Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Δήλωση (1979, 1982)

1


Μου πήραν τα στοιχεία
Και μια μικρή βεβαίωση
Πως θάμαι φρόνιμος τ’ απομεσήμερα
Κι είπα πως δεν μπορεί θα τραγουδάω
Ως νάρθει πάλι ο πελαργός
Να νιώσει τις ανασαιμιές της Γης
Και το ξανθό λιοπύρι του καλοκαιριού.
Κάποιος βρυχήθηκε στο ξάγναντο
Όμως δεν μπόρεσα να καταλάβω
Αν ήταν ο Ταρζάν made in U.S.A.
Ή ο δραπέτης πίθηκος του ζωικού μας βασιλείου.


( Εν τέλει υπόγραψα ως έπρεπε
Εις γλώσσαν αρχαΐζουσαν Ελληνικήν
Ως επιβάλλει η Ιστορία
Και η προγονική αλκή ).

Δήλωση (1979, 1982)

2



Ο κάτωθι υπογεγραμμένος
- όνομα πατρώνυμο επώνυμο
Με κεφαλαία και ολογράφως
Για να διαβάζονται στο φως του φεγγαριού –
Δηλώνω πως δεν φώναξα ναρθούν οι τρωγλοδύτες
Και οι σεσημασμένοι απ’ τις κραυγές της νύχτας
Δεν πήρα μέρος σε πολέμους
Κι ούτε σε συγκεντρώσεις δήλωσα την πίστη μου.
Αν κάποτε έβρεξε
Δεν πρέπει εγώ να το πληρώσω
Που λούφαξα στης αρονιάς τη σκέπη
- επάγγελμα μητρώνυμο το γένος
΄Ολα με λεπτομέρειες σαφείς
Και μ’ εμφανή τα περιγράμματα
Ο χρόνος είναι χρήμα –
Ναι κάποιες φορές τραγούδησα δεν λέω
Τη μέρα που ανατέλλει στον ορίζοντα
Κάθετα στο σκοτάδι.
Είναι το μόνο που έκανα
Λυπάμαι!

Δήλωση (1979, 1982)

3



Αν ίσως σας αδίκησα σε κάτι
Αν τον πολύτιμό σας χρόνο καταχράστηκα
Και την υπέροχη ανοχή σας
Είναι που κάποτε και σεις μπορεί
Να υπογράφετε δηλώσεις δίχως νόημα
Εκτός
Κι αν το χαρτί
Καταργηθεί
Ή
Το
Μελάνι.


Εν τέλει
Μια και καλή
Ως πρέπει
Υπογράφω
Μ’ όλο που λείπει παντελώς
Το Σίγμα το συριστικό
Που δίνει τον τόνο της ρωγμής
Στη λέξη και τη φράση.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Α΄


Ο στίχος σκληρός κι ανελέητος
Φραγγέλιο
Στο χέρι του πόνου
Και φραγμός αδιαπέραστος
Στις πλατιές λεωφόρους του μίσους.
Ώρα λοιπόν να βαδίσουμε όρθιοι
Στα γυμνά καλντερίμια του χρόνου.

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Β΄


Τούτες τις δύσκολες ώρες
Που το δάκρυ παγώνει στην άκρη του βλέφαρου
Και η σκέψη ματώνει σε κάθε της άγγιγμα
Τούτες τις ώρες
Που ο πόνος ξεραίνει τις κούφιες ελπίδες
Και πεθαίνουν τα όνειρα πριν γεννηθούν
Η γλυκιά προσμονή μιας ζωής
Που δεν ζήσαμε
Φωλιάζει στα βάθη της ύπαρξης
Καρτερώντας την ώρα που θάβγει στο φως
Να φωτίσει τον κόσμο.

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Γ΄


Δρόμος σκληρός γεμάτος λακκούβες
Αγκάθια και πέτρες
Ίδρωτας και αίμα, δάκρυ και πόνος
Και αγώνες σκληροί κι ατελεύτητοι
Για να σπάσουν τα μαύρα σκοτάδια
Που θολώνουν το βλέμμα και χάνεται
Η όραση.


Πώς να δεις μετά το σκοτεινό φαράγγι
Που σε περιβάλλει
Και σ’ εμποδίζει να βαδίζεις
Ήσυχος κι αμέριμνος
Και με την ελπίδα βαθιά στην καρδιά σου;

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Δ΄


Σφιγμένες καρδιές
Που τις λύνει του ήλιου το φως
Σφιγμένες γροθιές
Που χτυπάνε στο κέντρο της άδικης πράξης
Σαν θέλουν
Και λυτρώνουν τη σκέψη του πρόσφυγα
Τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη του ξένου
Κι οδηγούν στο νικηφόρο αγώνα του τέλους
Υπέρτατη θεία αγωνία στα μάτια του δούλου
Στα μάτια του ανθρώπου που προδόθηκε τόσες φορές
Όταν σπάει τα δεσμά και φωτίζει τον κόσμο.


Ήρθε η ώρα σας σύντροφοι
Να δώστε τα χέρια ξανά
Για του νου της καρδιάς της ζωής το λευτέρωμα.
Αν το θέλετε βέβαια!

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Ε΄



Βάσανα πίκρες και φτώχεια
Σημαδεύουν τη ζωή μας
Που χάνεται
Στη σκληρή επιθυμία του μελλούμενου.


Μέρα τη μέρα μας φεύγει η ζωή
Μέρα τη μέρα σκληραίνει κι ο τόπος.
Ποιος μπορεί ν’ ανακόψει στ’ αλήθεια
Την πένθιμη επέλαση του χρόνου
Τη φρίκη της αμνησίας και του θανάτου;

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

ΣΤ΄



Της αγάπης ανείδωτες ώρες
Της ευτυχίας το πρώτο σκαλί
Όταν μαύρο χαλάζι χτυπάει τα τζάμια
Και θολή καταχνιά μας σκεπάζει τα μάτια
Τότε η τέλεια μείξη κορμιού με κορμί
Καθαγιάζει τον κόσμο που τόσο μισούμε
Και φοβόμαστε
Να τον αντιμετωπίσουμε
Κατάματα
Σαν παλικάρια.


Ω να ήταν η ζωή μας τρανό πανηγύρι
Στα λιβάδια τα απέραντα
Κι η αγάπη απαλή μουσική
Να τονίζει την κάθε στιγμή μας
Σαν γλυκό κλειδοκύμβαλο!

Παραλλαγές (1978-1979, 1982)

Ζ΄



Της γιαγιάς το ζεστό παραγώνι
Που έσβησε
Ώρα και πάλι ν’ ανάψει
Κι οι τριζάτες ρωγμές του σπιτιού
Να κλείσουν και πάλι
Σαν το κόκαλο
Του παιδιού
Που τσακίστηκε
Πέφτοντας.


Ήρθε η ώρα αδελφοί μου
Της χαράς οι τρανοί γυρολόγοι
Να σταθούν
Να ζεστάνουν τα χέρια
Που πάγωσαν
Στο κρύο τόσων αιώνων
Στ’ ανεμόδαρτα υψώματα.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Α΄


Ασπρολογούν τα νερά κατεβαίνοντας
Και τα δέντρα λυγίζουν ως κάτω
Μαύρο σκοτάδι πλανιέται παντού
Και ο φόβος
Που παγώνει τα μέλη.


Λωτός η ψυχή μου ανοίγει στο σύμπαν
Τα πόδια στις πέτρες πατούν
Και πληγιάζουν.
Ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Β΄


Εκείνοι που νυχτοπερπατούν
Γνωρίζουν τον κόσμο καλά
Και πασχίζουν μονάχοι της ζωής το ακεραίωμα
Από δύσκολους κι άβατους δρόμους.
Αλεξανδρινοί Αθηναίοι Λονδρέζοι
Λυτρωμένοι από το βάρος της αόριστης σκέψης
Μπορούν και τρομάζουν τον κόσμο καθημερινά
Κι εμείς… Τι τα θες τώρα
Πράγματα που δεν τα μπορείς
Τα συλλογίζεσαι;


Ψυχή μου κρατήσου γερά στις επάλξεις
Κι ώρα την ώρα θ’ αρχίσει ξανά
Το μεγάλο τραγούδι. Μα ως τότε
Γαλήνη στη χώρα των τάφων.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Γ΄


Ραγισμένες καρδιές των ανθρώπων
Και σπίτια λευκά κι ακατοίκητα
Έργο του Εγκέλαδου
Φρικτό και αποτρόπαιο
Στην πολύβουη κάποτε πόλη.


Μπροστά μας το πέλαγος το πράσινο
Ξετυλίγει
Αργά και τελετουργικά
Το κορμί του
Και μέσα μας
Τίποτ’ άλλο σύντροφοι
Από μαύρα τριμμένα λιθάρια
Και κραυγές μυριάδες κραυγές
Ούτε μια λέξη ολόκληρη
Να μας ζεστάνει.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Δ΄


Κατοικίες παλιές
Στο χείλος της αβύσσου
Ψυχές περασμένων καιρών
Πομπές λιτανείες
Τη λαμπάδα κρατάνε σβησμένη.


Λείπει πια ο καιρός
Και φως δεν υπάρχει
Αρκετό
Να τρυπήσει με μια κίνηση μαγική
Το αδιαπέραστο μαύρο σκοτάδι.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ε΄


Δεν υπάρχει παρά μόνο το ανύπαρκτο φέγγος
Κι οι παλιοί θεοί με λακκούβες στα μάτια
Μετρούν την οδό που οδηγεί στο σκοτάδι
Και τη βρίσκουν λειψή
Κι οι νέοι
Δεν μπήκαν ακόμη μπροστά
Να οδηγήσουν τα πλήθη σε πράξεις γενναίες
Κι απαράμιλλες.


Ακανθώδες το πρόβλημα της διαδοχής
Και δυσεπίλυτο
Κι οι δυνάμεις ανύπαρκτες!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΣΤ΄


Μας λείπει το πάθος κι η δύναμη
Και η γνώση δεν έχει το θάρρος της γνώσης .
Ποιος τάχα θα δώσει και πάλι
Το πάθος το θάρρος τη δύναμη
Σε κορμιά τσακισμένα
Απ’ την κούραση τόσων αιώνων ;


Μια φορά το τραβάγαμε μόνοι
Της ζωής το σκοινί
Και κρατάγαμε μόνοι
Το ατέλειωτο σύμπαν στα χέρια μας
Τώρα
Βρώμα και δυσωδία!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ζ΄


Ο χρόνος σταματημένος
Ανάμεσα
Σε δυο μαύρα λιθάρια
Περιμένει
Να φτάσουμε
Πλάι του.


Το βήμα βαρύ μας κουράζει
Και βουλιάζει συνέχεια βουλιάζει!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Η΄



Πρέπει να βρούμε κάποιο καινούργιο ρολόι
Να μετράει τις ώρες με τάξη και σύστημα
Δίχως τα απροσδιόριστα αγκομαχητά
Μιας κοπιαστικής και ατελείωτης νύχτας
Και χωρίς να κοντανασαίνει βάναυσα τη μέρα.


Έχει ο καιρός γυρίσματα κι ο χρόνος αλλαγές
Που πρέπει να προλάβουμε κάποια στιγμή
Όπως ο καθυστερημένος επιβάτης το τρένο του.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Θ΄



Συνέχεια περιμένουμε, περιμένουμε, περιμένουμε…
Πρέπει να βρούμε κάποτε
Τη φωνή που χρειάζεται
Για να διαμαρτυρηθούμε έντονα και πειστικά
Ή τη ματιά να παρακαλέσουμε
Τον ερχομό της ύστατης ώρας.
Μα ως τότε καλοί μου σύντροφοι
Ας συνεχίσει η αναπνοή μας στον ίδιο ρυθμό
Κι η καρδιά μας ας χτυπάει
Στο ρυθμό της ζωής που καλπάζει μακριά μας.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ι΄



Σαν ξεκινήσαμε κάποιο πρωί
Δεν μετρήσαμε
Τις ατελείωτες ώρες της αναμονής
Τις μέρες της φρίκης
Και δώσαμε την καρδιά μας στη χαρά
Λεύτερα κι ασυλλόγιστα.
Το ίδιο αστόχαστα ριχτήκαμε
Κατάμουτρα στο άστρο της μέρας.
Το πύρωμά του λαμπρό
Κατάκαψε τ’ άυλα φτερά μας
Και κάτω
Το πέλαγος το πράσινο
Καραδοκούσε φιλήδονα
Να ρουφήξει τα μαύρα κορμιά μας.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΑ΄



Κορμιά από την κούραση τόσων αιώνων
Και το αδιάκοπο συντρόφιασμα της πέτρας
Δέρμα καμένο από του ήλιου το άγγιγμα
Και παλάμες με ρόζους χοντρούς.
Απέραντος κι ανειρήνευτος πόθος
Να ξαπλώσεις για λίγο στον ίσκιο της μουριάς
Ν’ αγκαλιάσεις τη στιγμή
Της πιο γλυκιάς ευφορίας .
Αιώνες βυθισμένοι στο ακίνητο πέλαγος
Καρτερούμε την ώρα που η αλήθεια γυμνή
Θα διασχίσει τους κάθετους σπόνδυλους
Της ραχοκοκαλιάς μας
Και θα μας δείξει το αύριο
Γυμνό από το χτες.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΒ΄



΄Ηρθαν στιγμές που βλαστήμιες τινάχτηκαν
Κατάμουτρα στο άστρο της μέρας
Που μας θάμπωνε χρόνια και χρόνια
Και τρυπούσε βαθιά τη λιπόσαρκη ύλη.
Τα νεύρα τσακίζαν σε κάθε του τρύπημα
Μα έμενε πάντα ο πόθος για νέα πετάγματα.
Στο μεγάλωμα κάθε στιγμής
Τα πόδια κρατούσαν γερά.
Κι ως τα τώρα κρατήσαμε.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΓ΄



Πότε θάρθει ο καιρός
Να βαδίζει ο καθένας πιο γρήγορα
Στα μεστά περιβόλια του θρύλου;
Θάρθει ποτέ η στιγμή
Που με ανάλαφρο βήμα
Θα πετάξουμε πάνω απ’ τις πέτρες
Τ’ αγκάθια το χώμα που νότισε
Ο ίδρωτας τόσων αιώνων;
Άραγε
Θάρθει ποτέ και για μας;

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Πρελούντιο (1972 - 1979 )

Τα ποιήματα που βρίσκονται σε αυτή την ανάρτηση δεν είναι παρά τα ποιήματα της νεανικής μου συλλογής " Πρελούντιο " που εκδόθηκε στα 1981 από τη " Μορφωτική ΄Ενωση Λεχαινών " " Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ουσιαστικά αποτελούν την πρώτη μου επίσημη εμφάνιση στο χώρο της ποίησης. Βέβαια, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν στα χρόνια που πέρασαν γι' αυτό και θα δει, όποιος έχει το βιβλίο, πολλές διαφορές σε αυτή τη δημοσίευση στο διαδίκτυο. Διαβάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της ανάρτησης και όχι έτσι όπως φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Στον ίδιο αυτό δικτυακό τόπο μπορεί κανείς να διαβάσει και άλλες ποιητικές συλλογές, όπως το βιβλίο " ΄Ερος λυσιμελής και παυσίλυπος ", την ποιητική συλλογή " Νύχτες ", τα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου,τη συλλογή " Συμπληγάδες Πέτρες " που θ' ακολουθήσει καθώς και μεμονωμένα ποιήματα μεταγενέστερων συλλογών ώστε να έχει μια πληρέστερη εικόνα της ποίησής μου. Εκ των προτέρων ευχαριστώ τον καθένα που θα διαθέσει ή διέθεσε στο παρελθόν τον πολύτιμο χρόνο του για να ασχοληθεί θετικά ή αρνητικά με τα κείμενά μου.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δοξαστικό της πικρής στιγμής

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μνήμη Αλέκου Παναγούλη


Δεν σε γνώρισα
Παρά από τη σφιγμένη γροθιά της φωτογραφίας
Και του τραγουδιού το κόκκινο τριαντάφυλλο
Από του Mirafiori τα θλιβερά συντρίμμια
Και το μαύρο καπνό της κατάμαυρης πίπας σου
Που σκέπαζε την τηλεόραση μεταθανάτια
Και της καρδιάς μας το φόβο.
Τι να πει κανείς για το πλήθος
Που ξέχασε κιόλας το λόγο της σύναξης;
Τι να πεις όταν βλέπεις τις μέρες
Τη μία να τρέχει ξοπίσω της άλλης
Και τα κίτρινα φύλλα των δέντρων
Να σαπίζουν στις άκρες των δρόμων
Και κανείς δεν τα μαζεύει;
Χιλιάδες, χιλιάδες μπλουζάκια πουλήθηκαν
Χιλιάδες αναμνηστικά ενός ανεξήγητου θανάτου
Μιας αδικαίωτης ζωής.
Το κέρδος βέβαια μεγάλο
Στους στυγνούς κερδοσκόπους του χρέους.
Όπως πάντα!


Να κι εγώ μες στο πλήθος κρυμμένος
Ξεχνώ μια στιγμή και θυμάμαι
Τον αγώνα τα μαρτύρια τις σκληρές αποδράσεις
Την επιμονή
Για την κατάργηση
Της ποινής του θανάτου
Από εκείνον που αντίκρισε το θάνατο τόσες φορές
Και τόσες φορές τον καθρέφτισε
Στις κόρες των μαύρων ματιών του!

Δισταγμός

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Είπε να σηκώσει το κεφάλι κάποια στιγμή
Να δείξει
Το μέγεθος μιας αγανάκτησης δίκαιης
Στις συνεχείς παρεμβάσεις μιας διοίκησης
Διεφθαρμένης ως μέσα βαθιά.
Ας είναι και για μια στιγμή μόνο, σκέφτηκε.
Κοντοστάθηκε λίγο. Τέτοιες σκέψεις
Ανομολόγητες πάντα κλεισμένες
Στο βυθό μιας θάλασσας δακρύων
Θέλουν πυγμή πραγματική και θέληση
Για να λιώσουν το χιόνι που σκεπάζει τα δέντρα το χειμώνα
Ή τέλος πάντων, τέλος πάντων
Μια απόφαση, μια απόφαση
Να οργανώσεις υποτυπωδώς την άθλια ζωή σου.


Πώς ν’ αντέξει κανείς τη σκληρή καταχνιά και το μαύρο σκοτάδι
Χωρίς να κρατάει σφιχτά ένα χέρι
Πώς να νιώσει τον πόνο της ήττας
Χωρίς να λυγίσει στα δύο;
Ή της διάψευσης;


Μια ελπίδα φωλιάζει στο τώρα
Αχνοφαίνεται
Για μια άλλη στιγμή πιο μεγάλη
Που θάρθει κάποια στιγμή αναπάντεχα
Σαν το ανθοφόρο μεθύσι της ΄Ανοιξης
Με το τέλος του πιο άγριου χειμώνα.

Το παρόν και το μέλλον

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Προδότες παντού τριγυρνούν
Και πλανιέται στον κόσμο η άνομη σκέψη τους
Σαν το πράσινο φύλλο του δέντρου
Που σάπισε στα άθλια βαλτόνερα
Το φθινόπωρο.
Χάνονται οι ελπίδες και σβήνουν τα όνειρα
Σαν τ’ αστέρια το χάραμα
Και το αίμα γεμίζει τα χαντάκια ως πάνω
Σαν το άγριο ποτάμι της Δύσης που φούσκωσε
Όταν λιώσαν τα χιόνια την ΄Ανοιξη.


Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο ο πόλεμος
Στα χρόνια του μύθου και της ιστορίας.
Σήμερα κάθε στιγμή.

Ορέστης

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πώς νάβρει κανείς το κουράγιο να κρατήσει στο χέρι
Το ανελέητο λεπίδι την ώρα του χρέους
Και σαν τον Ορέστη
Ντυμένος σα σε γιορτάσι επιφανούς συγγενή
Να κομματιάσει με μίσος αληθινό
Ό,τι πιο βαθύ και γλυκό στην καρδιά του φωλιάζει;
Πώς αλλιώς να φτιαχτούν τα καινούργια μας λόγια
Αν δε βρούνε τη δύναμη νάμπουν
Στα κορμιά που σκοτώνει η νύχτα;
Πώς τα βόλια θα γίνουν καυτά και το δάκρυ φαρμάκι;
Πρέπει τόσα και τόσα ν’ αλλάξουν
Για να δούμε τη μέρα να σέρνει οργισμένη
Τον άγριο και ανυποχώρητο χορό του θανάτου
Και να σειέται το σύμπαν συθέμελα
Κυοφορώντας το σπόρο της νέας ζωής.

Καθημερινό

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Τούτες οι χοντρές σταλαγματιές που δέρνουν ανελέητα τα τζάμια
Τούτος ο κόμπος του αίματος που πάγωσε στην άκρη της φλέβας
Τούτο το δάκρυ που χάραξε βίαια το μάγουλο της κόρης
Είναι κάποιες στιγμές της ζωής που θα μείνουν για πάντα
Στα κλεισμένα υπόγεια της ανθρώπινης μνήμης
Όπου μέρα νύχτα ο άνθρωπος
Σκάβει μονάχος κι ανοίγει κρυφά μονοπάτια
Για του τέλους την έλευση εν χορδαίς και τυμπάνοις.
Σκληρές οι λέξεις
Ψάχνουν να βρουν το χαμένο ρυθμό τους
Συντρίμμια κι οι στίχοι
Χαράγματα πάνω σε κάτασπρα μάρμαρα
Που τα μαύρισε ανεπανόρθωτα
Το ατέλειωτο στοίβαγμα του καυσαέριου
Στα σοκάκια της άμορφης πόλης.
Τι θα μείνει στο τέλος ποιος ξέρει
Στου αιώνα το αιώνιο κάλπασμα
Στις σκληρές καταιγίδες του μέλλοντος
Στις φρικτές σκευωρίες του χρέους;

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Απόσπασμα αυτοβιογραφίας

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Γεννήθηκα
Δίχως τη μόνιμη σκέψη του αύριο
Και τους κρωγμούς του αποτρόπαιου ονείρου
Που φέρνει τη φρίκη στης νύχτας το αρχίνημα
Τον τρόμο και τον πόνο
Κι είπα θα ζήσω
Δίχως υστερόβουλες σκέψεις και λάγνες ματιές
Στων εχθρών τα στρατόπεδα.
Νύχτα τη νύχτα περπάτησα
Με τα πόδια γυμνά κι απροστάτευτα.
Το χώμα νωπό και βουλιάζει
Πού να σταθείς;
Η προσπάθεια μεγάλη κι ατελέσφορη.
Μέρα τη μέρα τραγούδησα
Δίχως γέλιο ή χαρά, είναι αλήθεια
Τη στιγμή που ο άνθρωπος μάχεται σαν Διγενής
Με το μαύρο σκοτάδι
Κι είπα, φτάσαμε ως εδώ, δεν σταματάω
Ώσπου νάβρει το σάπιο κορμί λυτρωμό
Και να ρίξει το βλέμμα ψηλά
Δίχως κρίκους στα χέρια και βάρη στους ώμους.


Στο τέλος… πού ξέρεις… μπορεί
Ακόμη κι αυτό το ποίημα
Να βγει αληθινό!
Και να τελειώσει.

΄Ονειρο

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ένας κόσμος μικρός και πασίχαρος
Χωρίς ντέρτια καημούς και πικρές ιστορίες
Ανασταίνεται σήμερα.
Ήρθε φαίνεται η ώρα που αιώνιο τραγούδι
Με σουραύλια κιθάρες ταμπούρλα και πίπιζες
Τραγουδάει το ανθρώπινο γένος
Μέρα νύχτα χορός και γιορτή
Και δουλειά για να σπάει η μονότονη η πλήξη
Χορός στο χωράφι τραγούδι στη φάμπρικα
Μουσικές μελωδίες στα γραφεία τα λιόχαρα
Μαντινάδες ωδές και μπαλάντες χαρούμενες
Για του έρωτα τη μεγάλη στιγμή και την πρώτη
Σε απόσκια κοντά σε ρυάκια και θάλασσες
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνεται σήμερα
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνει τη νέα ζωή.


Ήταν το όνειρο που είδα μια νύχτα σκληρή
Χωρίς φως φεγγαριού και με ολόπηχτα σκότη
Που πλακώνουν με βία την ψυχή
Καλημέρα καλοί μου ανθρώποι.


Τα όνειρα είναι ωραίο να τα βλέπεις
Και δεν κοστίζουν τίποτα. Το λάθος
Είναι να επιμένεις να βγουν αληθινά. Τότε
Σου ανοίγουν μια τρύπα στην ψυχή
Που δεν κλείνει ποτέ. Μόνο μεγαλώνει
Και σε σκεπάζει ολόκληρο στο τέλος.

Ευτυχία

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η ευτυχία δεν είναι
Παρά λίγα ξερά φύλλα το φθινόπωρο
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Ένα φως στο σκοτάδι μια μικρή
Αναλαμπή κάποια όαση
Με δυο φοίνικες κι ένα πηγάδι
Για να βρουν τη ζωή στην καρδιά της ερήμου
Οι τραχείς οδοιπόροι του ήλιου
Το πικρό χαμόγελο της ΄Ανοιξης
Το γλυκό κοριτσίστικο βλέμμα που υπόσχεται τόσα
Ένας λόγος γλυκός ένα χάδι μια σκέψη
Και υψώνεσαι πάνω από τ’ αγκάθια
Τις πέτρες τα τείχη το δάκρυ.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ζάκυνθος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Λουλούδι μικρό και πασίχαρο
Στου Ιόνιου την άπλα λουσμένο
Περιφρονημένη γωνιά της πατρίδας μου
Καταφύγιο του αγώνα
Στης ζωής το ξαγνάντεμα
Του ποπολάρου κοιτίδα ακριβή
Ζεις
Με την πίκρα τον πόνο τη δόξα
Στους στίχους του Κάλβου και του Σολωμού
Τη ραγισμένη εκκλησιά
Στου Ξενόπουλου τους αψευδείς πίνακες της καθημερινότητας.
Μέρα τη μέρα βαθαίνει ο πόνος
Στο λιόχαρο Ιόνιο
Κι απλώνεται ολούθε
Η χαρά της ζωής
Και ψηλώνει τον άνθρωπο.

Μαίρη Αυγούστα Λη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Στου πόθου τα ξόβεργα πιασμένη
Για του αδελφού τη θερμή την αγκάλη
Ζεις
Υπομένεις
Υποφέρεις
Μαίρη Αυγούστα Λή.
Πόσες οι στιγμές που μπορείς να χαρείς
Του έρωτα τα άδυτα ρίγη
Πόσες οι στιγμές που μπορείς να κορέσεις
Του αδελφού τον ακόρεστο πόθο
Για ό,τι γλυκό κι αποτρόπαιο;
Πόσες οι στιγμές άραγε
Μαίρη Αυγούστα Λή
Που ησυχάζει η ανήσυχη σκέψη
Μακριά από του κόσμου
Τη σκληρή κι ανειρήνευτη πάλη
Και φωλιάζει η αγάπη στο κέντρο της ύπαρξης;
Τούτες τις άδολες ώρες του πάθους
Το ανθρώπινο κτήνος τρομάζει τον άνθρωπο
Κι καρδιά δε χωράει
Παρά μονάχα τον ίσκιο της
Μαίρη Αυγούστα Λή.

Μακάριος Γ΄

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Βαρύ το φορτίο
Κι η Γη μας μικρή
Δεν χωράει
Του μεγάλου νεκρού το κορμί
Κυπαρίσσι πελώριο
Που οι ρίζες του μπήκαν
Βαθιά στην ψυχή του λαού.


Άνθρωπε μίζερε στάσου λιγάκι
Να στοχαστείς τους καημούς και τους πόθους
Της Κύπρου
Το απέραντο πένθος
Που δέρνει μυριάδες πιστούς της ελπίδας
Και δίνει φτερά στον άνθρωπο
Για της νέας ζωής το αγνάντεμα
Για ν’ αρχίσει και πάλι ο αγώνας
Και η Κύπρος να ζήσει χωρίς τα δεσμά της.


Τα δεσμά. Τα δεσμά. Τα δεσμά.
Κι η ελπίδα.
Κι ο φόβος που πλανιέται παντού σαν τη σκόνη
Και κλείνει τα μάτια του ανθρώπου
Που καταδύεται δυστυχής στο σκοτάδι.

Βασανιστές

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Βαρούν
Και θαρρούν
Πως χτυπούν τη ζωή
Που το δρόμο της παίρνει
Και φέρνει
Σε τέρμα λαμπρό.
Στρατονόμοι και όργανα μίσους
Βασανιστές κι αχθοφόροι της άνομης βίας
Σκουλήκια κι ευνούχοι
Με παράσημα κι άλλα στολίδια στο στήθος
Κρατούν τους λαούς φιμωμένους σφιχτά
Και τ’ ανείδωτο φως της ελπίδας
Οδηγεί σταθερά τα ποδάρια
Που ο φάλαγγας τάχει πληγιάσει οικτρά
Στην περιώνυμη νίκη της ύστατης ώρας.



Σπασμένα δεσμά της ζωής μας το στέριωμα
Σε μια λεύτερη κι όμορφη χώρα
Θα την δούμε κάποτε, άραγε,
Ως την ονειρευτήκαμε;

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Στο Μενέλαο Λουντέμη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ταξιδευτής της ζωής τραγουδιστής ταπεινός
Της χαράς και του πόνου
Φεύγεις και πας αγναντεύοντας τους κατάμεστους δρόμους.
Σμάρια οι φτωχοί
Στο κουφάρι σου πάνω σκυμμένοι
Κρατάνε τα χέρια σφιχτά και τραβάνε
Στης ζωής την ατέλειωτη μάχη.


Τράβα λοιπόν στο ταξίδι σου τράβα
Κι εμείς θ’ αναμένουμε νάρθει η στιγμή
Της ατέλειωτης ΄Ανοιξης
Που θ’ ανθίσουν ξανά οι κερασιές
Και τα πλοία θ’ αράξουν για πάντα
Στους απάνεμους όρμους.

Στο ρυθμό της αγάπης

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Καρδιές που χτυπούν στο ρυθμό της αγάπης
Γλυκιά μουσική που λαμπρύνει τη σκέψη
Φτερωμένες ελπίδες μιας ζωής που ξοδεύτηκε άσκοπα
Δίχως πίκρα και πόνο ή μεταμέλεια
Που στου έρωτα το άδολο πάθος βαθιά βυθισμένη
Θα σκεπάσει τα πάντα με ορμή θεϊκή
Σαν γλυκός καταρράκτης μιας πρωτόφαντης χάρης.


Είναι τάχα φαντάσματα τούτες οι σκέψεις;
Οι άγγελοι μόνο θα ζουν
Στον ανείδωτο κόσμο του γέλιου;
Δεν μπορεί κι ανθρώπινη φύση
Ν’ απολαύσει τις τέτοιες στιγμές, να χορέψει
Το νικητήριο χορό
Για το τέλος του κτήνους που σέρνει μαζί της;
Τάχα
Τίποτα
Πιά;
Ελπίδα
Καμιά;

Τα φτερά των αγγέλων

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Πώς χτυπούν τα φτερά των αγγέλων
Στο ρυθμό της αγάπης
Μ’ ένα πόνο βαθύ κι απροσμέτρητο!
Έτσι μας λένε τουλάχιστο…
Την ίδια στιγμή που ο αγέρας σφυρίζει μονότονα
Στους ψηλούς καλαμιώνες
Και τρομάζει τα δέντρα που στέκονται όρθια.
Πού νάβρει κανείς τον καιρό να σταθεί
Ν’ ανασάνει στο ξέφωτο
Μακριά από την πίσσα, τη σκόνη του δρόμου, τη μπόχα των ουρητηρίων,
Τα πυκνά σύννεφα του καυσαέριου!
Δίχως μέτρο κανένα η φύση
Τραβάει το σκληρό μονοπάτι του τέλους
Που ο άνθρωπος τρέχει να προλάβει
Τραγουδώντας ανίσχυρα ξόρκια.


Λυπηθείτε τον
Οι γενιές των μελλοντικών παρατηρητών
Της ανερμήνευτης συμπεριφοράς του
Ρίχτε του μια στοργική ματιά,
Με συγκατάβαση
Χειροκροτήστε τον
Στην τελευταία του παράσταση πάνω στη Γη
Και κλάψτε τον
Κηδέψτε τον με τιμές
Κατά τα θέσμια και τους νόμους του παγκόσμιου κράτους.

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Ερωτικό

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Σε αλαργινούς καιρούς που με περίσσιο πάθος
Στεφανωμένοι ολόλευκους ανθούς
Στου πέλαγου ανοιχτήκαμε το βάθος
Λάμνοντας μ’ ένα γυμνό κουπί.


Ήσουν εσύ που δίπλα μου καθόσουν
Με τα γυμνά τα πόδια στο νερό
Τα περασμένα κάλλη σου θυμόσουν
Και μέτραγες τον άλλο τον καιρό.


Τριαντάφυλλο στο στήθος είχες καρφώσει
Αιμάτινο σημάδι ερωτικό
Και είχες περίεργα τα μάτια σου στυλώσει
Στον άπατο και γλαφυρό βυθό.


Αλήθεια, ζούμε, ρώτησες, θυμάμαι
Κι απόκριση δεν πήρες από εμέ
Γιατί ένα σύννεφο μας έσπρωξε και πάμε
Να σε ανταμώσουμε ουρανέ.

Τραγούδι της Ανατολής

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Κάποιο καράβι μακρινό
Μας φέρνει
Απ’ την Ανατολή
Σκέψεις τρεχούμενες στο νου
Γλυκά τραγούδια
Μύριες εικόνες μυθικές, χίλιες φωνές
Που στην ψυχή μας μπαίνουν δίχως δισταγμό
Γλυκό συνταίριασμα νου και καρδιάς
Σ’ ένα κορμί πλασμένο
Με τα χειρότερα υλικά.
Ακούστε το, λοιπόν, που τραγουδάει
Μουντά παραθυρόφυλλα πετάξτε
Αμπάρες, κλειδαριές, σιδερικά
Κι αφήστε νάμπει μέσα σας ζωή
Απ’ τη ζωή του κόσμου.


Οι κλειδαριές εσκούριασαν
Και δεν ανοίγουν πια!
Πού το κουράγιο για τραγούδι και χορό;

Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Γεννήθηκα στο βάθος μιας χαράδρας
Στην κόχη μιας ελιάς.
Μετατοπίστηκα μονάχα
Όσο μου ήταν απαραίτητο να ζήσω
Τόσα χρόνια που περάσαν πια.


Τώρα σας χαιρετώ, δεν έχω τάφο
Ξύλινο ή μαρμαρένιο
Και λόγια σαν αυτά
Με την πνοή του αέρα
Διασχίζουνε το σύμπαν
Δίχως ειρμό στη σκέψη.

Δοκιμή δεκαπεντασύλλαβη και όχι μόνο

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Περιμάζωξε την αντρειά, την τόλμη παλικάρι
Και βάλε στο θηκάρι σου το φονικό μαχαίρι.
Εδώ δεν είναι πόλεμος για άντρες και παλικάρια
Για να ριχτείς αστόχαστα στα μαρμαρένια αλώνια
Δεν είν’ καιρός για πάλεμα με χάροντες κι ακρίτες
Εδώ είναι ο λιόντας ο σκληρός με τα τριμμένα δόντια
Που παραδέρνει ολημερίς τη νύχτα αναθαρρεύει
Ως νάρθει η ώρα η μυστική να βρει το θάνατό του
Από του δίκαιου το ατσάλινο το φοβερό το όπλο.
Εδώ προδότες μυσαροί μολύνουν τον αέρα
Βρωμιάρηδες, τσιφούτηδες που τα γυναίκεια ρούχα
Τους τα ταιριάζουν μια χαρά της εργατιάς οι ασίκες.


Κάτσε στην άκρη μια στιγμή, κάτσε να ξαποστάσεις
Κι ύστερα μπαίνεις στο χορό σαν έρθει η άξια η ώρα
Για να τα νιώσουν όλοι τους τα μπράτσα τ’ ατσαλένια
Και τα σφυροκοπήματα της τρομερής γροθιάς σου.
Υπομονή κι όλα θαρθούν ως τα ποθείς λεβέντη
Γιατί το δίκαιο δε μπορεί παρά να επικρατήσει.


Έτσι μας μίλαγαν χρόνια και χρόνια
Και μας αποκοιμούσαν
Γιατί εύκολο να ελπίζεις κι ανώδυνο
Δύσκολο όμως να πιστεύεις
Κι ακόμη πιο δύσκολο να πράττεις
Δεκαπεντασύλλαβε παλικαρά.

Ελπίδα

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Πόνος βαθύς κι απροσμέτρητος
Συνταράζει την ψυχή μας
Ως τα μύχια της
Αντίλαλος είναι η φωνή μας
Φωνών ξεχασμένων
Αντίγραφο είναι η μορφή μας
Μορφών πεθαμένων
Που διάβηκαν σαν είδωλα μες στο θαμπόφεγγο.
Άκουσε… είδε… κανείς;
Πότε; Και πού;


Πιασμένοι σε αρπάγες γερές
Σαν άρπαγες
Μιας λειψής κι απερίσκεπτης στάσης
Πολεμάμε να βρούμε το δρόμο μας
Κάθε μέρα
Σε λάσπες, σε πέτρες, σε θρύψαλα
Σε σκοτεινά μονοπάτια αδιάβατα
Ώσπου νάρθει η στιγμή
Ν’ αγκαλιάσουμε
-Τελευταία μας πράξη συνειδητή-
Τη χαρά της ζωής τη δόξα του θανάτου.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Φυγή

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Βαριές οι ανασαιμιές της νύχτας
Θολώνουν τη σκέψη απρόσμενα
Κι η θάλασσα
Δίνει μια γεύση πικρής δυσφορίας
Στα δύσκολα χρόνια της νιότης
Ενώ
Τα πεσμένα φύλλα των δέντρων
Και το κίτρινο φως του φεγγαριού
Δείχνουν τον εύκολο δρόμο της φυγής.


(Αποφάσεις της στιγμής παρμένες στο πόδι
Που δε βρίσκουν τη δύναμη να σπάσουν
Τη σκληρή μοναξιά της απέραντης θάλασσας).

΄Υδρα

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πέτρα μπηγμένη στο πέλαγος
Απ’ του Φοίβου τη βούληση
Με καρδιά που χτυπάει ξανά στο ρυθμό της ζωής
Σαρακοφαγωμένο της πατρίδας μου πρόσωπο
Αληθινή πελαγίσια της όψη
Πείσμα και πάθος θεοτικό
Για της ζωής το στερέωμα
Σε αφιλόξενα χώματα
Πέτρα πάνω στην πέτρα
Στο αμόνι του Ήφαιστου πλασμένη
Με αγνά υλικά
Ύδρα το φως της ψυχής μου.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Τέσσερις εικόνες του μεσημεριού κι ένας επίλογος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Α΄


Με τα βλέφαρα κάτω γερμένα
Απ’ τ’ ανείδωτο φέγγος
Που δεν το αντέχει το μάτι καθόλου
Μετράμε το βιός και τον βίο μας.
Επιταγές που δε μπορούν πια να εξαργυρωθούν
Κι ας το λέει ο ποιητής με περισσή πειστικότητα
Και δυσοίωνες σκέψεις
Στου ρυακιού την απάνεμη άκρη
Σηκώνοντας βάρη ασήκωτα.
Κι όμως μπράτσα δεν κάνουμε!
Η προπόνηση γίνεται δίχως τάξη και σύστημα.


Β΄


Φλογισμένες ματιές στον ατέρμονα ορίζοντα
Για ένα σημάδι μικρό της ελπίδας κι αδιάψευστο.
Τη ζωή μας που ως τώρα τη ζήσαμε, σύντροφοι
Την ίδια για πάντα θα ζούμε;
΄Εχει ο καιρός γυρίσματα
Κι ο κύκλος
Μήτε τέλος μήτε αρχή!


Γ΄


Στις ίδιες γραμμές
Στα ίχνη τα ίδια πατούμε
Στα ίδια τοπία στις πέτρες τις ίδιες
Μονότονοι ήχοι κουράζουν τ’ αυτιά μας
Κι οι αμφιβολίες οι ίδιες διασχίζουν το νου μας.
Το τέλος της πλήξης αργεί
Και δεν θάρθει ποτέ λυτρωμός.
Προς τι, άλλωστε;


Δ΄


Καλντερίμια στενά και αδιάβατες στράτες
Στα ρημάδια του σήμερα
Σημαίες, ευχές και παράτες
Για μια ανέλπιστη χίμαιρα.
Μη θαρρείς πως η σκέψη διαβαίνει
Χωρίς κόπο κι αγώνα τρανό
Μα σαν νιώσεις και συ τι σου μένει
Και φορέσεις αγόγγυστα
Το αδιάφορο ιμάτιο των σκεπτικών φιλοσόφων
Την αδιάφορη ζωή που διάγεις
Μπορείς να την αφήσεις
Σ’ έναν άλλον, αλλόκοτο κόσμο να ζήσεις;


Ε΄


Πολλές οι απορίες λίγες οι απαντήσεις.
Πώς ν’ αντέξει ο νους και να μείνει
Όρθιος ο άνθρωπος
Παρόλο που γεννήθηκε να περπατάει με τα τέσσερα.

Ερωτική αυτογνωσία ή ο μίτος της Αριάδνης

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Τρέχει να δει
Το ακαθόριστο περίγραμμα της μορφής της
Σε καθρέφτη πελώριο.
Μέτωπο αδρό πνιγμένο στον ίδρωτα.
Μάγουλα κόκκινα
Σαν το αίμα που χύνεται σε άδικο πόλεμο.
Στο βάθος
Η σκοτεινή της ματιά
Σαν τη λάμψη καλοκαιρινής αστραπής
Που χάνεται γρήγορα μες στο σκοτάδι
Στο μεταίχμιο των καιρών και των τόπων.
Τσιμπιές στην καρδιά, στο στομάχι. Λαχτάρα.
Τα βλέφαρα γέρνουν γλυκά και φωτίζεται ο χώρος.
Αυτό ήταν, λοιπόν, το σαράκι, ο έρωτας
Που δίχως να ξέρει το πώς, το γιατί
Απ’ το τώρα στο πάντα την κάρφωσε με βέλος πικρό;
Υπεύθυνο λένε
Το σπασμένο βιολί του τσιγγάνου
Και το νερό της πηγής που δροσίστηκε κάποιο πρωί.

Πορεία

Τραβάμε μπροστά με τα πόδια γεμάτα πληγές
Από τ’ αγκάθια, τους σβώλους και τις πέτρες
Με τα αιχμηρά πρόσωπα και τη θλιμμένη ενσάρκωση
Των υποτυπωδών βραχογραφημάτων της ψυχής μας.
Μια ελπίδα, λένε, μας σπρώχνει δειλά κι αδιόρατα
Στο μελλούμενο που όλο πλησιάζει. Το άγνωστο
Δεν μας τρομάζει πια
Μια και μάθαμε χρόνια και χρόνια
Ντυμένοι το μαύρο σκοτάδι της ζωής μας
Να βαδίζουμε μονάχοι
Τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες
Μ’ ένα καλαμένιο μπαστούνι για οδηγό.


Σημείωση: Τα καλάμια είναι ευλύγιστα
Σαν τις ραχοκοκαλιές των χαφιέδων
Όμως κάποτε ξεραίνονται και δεν λυγάνε.
Τότε τα σπάζουν στην πλάτη μας
Και μας ρημάζουν.

Καρτερία

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μολυσμένο το νερό που πλένεις τα δόντια σου.
Σιμά σου κοντόθωροι άνθρωποι
Σεργιανίζουν αδιάκοπα σαν κουρδισμένοι
Αγνοώντας την κάθε στιγμή της εξέλιξης.
(Αυτό έλειπε, δα! Γιατί πώς θα γίνονταν όλα
Κατά βούλήσιν και παρ’ ελπίδα;)
Βράχια και πέτρες με δέντρα γυμνά από φύλλα
Και κραυγές, μυριάδες κραυγές
Σε μυριάδες αποχρώσεις ποιού και ποσού
Και συ ριζωμένος στη μέση της γνώσης
Χωρίς βούληση, σκέψη ή φροντίδα
Με μια υποψία και μόνο ελπίδας και πίστης
Συνεχίζεις να ζεις κι αναμένεις την ώρα
Που θάβγεις, αν θάβγεις, στο φως.



Δεν έμαθες ποτέ
Πως η τελευταία έκλειψη του ήλιου
Διαρκεί ακόμα
Αιώνες τώρα!


Προς τι και γιατί
Άλλωστε;

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Το τέλος της αναμονής

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Τρία πεθαμένα γυφτόπουλα και μια νεκρή όαση
Τυλιγμένα στο μαύρο πέπλο της αναμονής
Ανάμεσα στη μπόχα που ανάδιναν οι σκουπιδοτενεκέδες
Και η παράτα του κόσμου
Στο πιο πολύβουο μέρος της λεηλατημένης πολιτείας
Απ’ τις ατέλειωτες ορδές των βαρβάρων
Ιθαγενών και επήλυδων.
΄Ηταν γλυκιά η αναμονή. Μαυλιστική κι αγωνιώδης.
(Μπορεί και κάτι να γινόταν τότε
Ανήκουστο, ποιος ξέρει,
Που οι μελλοντικοί χρονικογράφοι να το περιλάβουν άκριτα
Στους ποταμούς των αφηγήσεών τους.)
΄Όμως ήρθαν απρόσκλητοι οι σκουπιδιάρηδες
Με τεράστια πηδήματα και εντυπωσιακούς θορύβους
Σαν σαλτιμπάγκοι που δραπέτευσαν απ’ το περιφερόμενο τσίρκο της πρωτεύουσας
Με τις άσπρες στολές και τα γαλάζια πλατύγυρα καπέλα
Και μάζεψαν αμέσως και χωρίς χρονοτριβή
Τα ανήμπορα κορμιά και τα νεκρωμένα κύτταρα της όασης.


΄Ετσι έκλεισε για πάντα
Μια σελίδα της Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ
Και περιμένουμε από τότε ανυπεράσπιστοι και μοιραίοι
Να μας πατήσουν στη μεγάλη πλατεία
Τα τεράστια μηχανικά σκαθάρια τους.

΄Αρνηση

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Μια πράξη γενναία, μοναδική
Που ξεχάστηκε πάνω στην ώρα της
Λόγια σκληρά που κανείς δεν ακούει
Σκοτάδι στα μάτια και θλίψη περίσσια
Ενδοιασμοί κι αποφάσεις παρμένες στο πόδι
Το τέλος αργεί
Κι η μια μέρα στην άλλη κολλάει
Χωρίς διάκριση, σύστημα, σκέψη ή ελπίδα
Κι εγώ
Χαμένο παιδί της γενιάς μου
Περιμένω μονάχος στην άκρη του δρόμου
Να βουτήξω για πάντα στην ύστατη ώρα
Στο μαύρο σκοτάδι που μας περιμένει
Κατά την αδήριτη αναγκαιότητα.


΄Ισως δεν είναι όλα μαύρα.
΄Ισως να υπάρχει κι άλλος δρόμος.
Ποιος ξέρει!
Η ζωή είναι όμως σκληρή, ό,τι κι αν πείτε.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Μεσολόγγι 1973

« Ελεύθεροι πολιορκημένοι δεν θα υπάρξουν πια
Στη χώρα μας .» Απόσπασμα
Από λόγο επίσημου ρήτορα
Που εκφωνήθηκε βάναυσα
Στα γυάλινα νερά της λίμνης
Που ήταν κάποτε λίμνη.


Δακρυσμένε φρουρέ της ελπίδας
΄Υπαρξη θλιμμένη
Τι λες, θα ταφούν δια παντός οι παράτες,
Οι άνομες πράξεις, τα λόγια
Που κούφια πετούν κι ασυλλόγιστα
Κι οι αργυρώνητοι ρήτορες
Θα ταφούνε κι αυτοί δια παντός
Για να σπάσει το τείχος της σιωπής που μας σκεπάζει
Σαν τάφος ρημαγμένης πολιτείας;


΄Ελεος πια στρατοδίκες
Η λευτεριά δεν είναι μόνο μια λέξη!

Νοέμβριος 1973

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Απόλυσα έναν αετό
Που ανέβηκε στα ύψη.
Μεγάλο. Βασιλιά τρανό.
Μόλις είχε φυσήξει.


Αυτή η τρύπα στη μέση της καρδιάς του
Πώς μπάζει!
Κείτεται τώρα νεκρός.
Και σπαράζει.

Οιδίποδας

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Γεννήθηκε σημαδεμένος
Απ’ τη συγγενική κατάρα των γονιών του.
Σημάδι αδιάψευστο η λάμψη των ματιών του
Σε σκοτεινό βαθούλωμα ωραίου προσώπου.
Προσπάθειες ατέρμονες, μαχητικές δε διώχνουν
Την τρομερή τη ύβρη από μέσα του.
΄Ετσι
Με ρημαγμένα σωθικά
Ως η χελώνα το καβούκι της
Αιώνια δίχως λυτρωμό θα σέρνει πάνω του
Τη θεϊκή κατάρα της αιμομιξίας.


΄Όμως το χάρηκες, Οιδίποδα, το πράμα. Μη μου πεις!
Κι ας λέει ο ηθικολόγος Σοφοκλής
Πως έβγαλες τα μάτια σου μονάχος.
Τι να τα κάνεις, άλλωστε!
Ο γερο-Τειρεσίας είχε μάτια;
Βυζιά και πέος είχε! Και αιδοίο!
Κατά τις περιστάσεις και το όργανο
Κατά τις περιστάσεις και το φύλο!

Σόλων, 612 π.Χ.

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Στόλισε την ωραία κεφαλή του με άνθη πασχαλιάς και δάφνες
Και με σχισμένο το χιτώνα του, χωρίς ιμάτιο
Ανέβηκε στο βήμα των ρητόρων.
Στα ροζιασμένα από την πίκρα μάγουλα
Ρόδακας αρχαϊκός ζωγραφισμένος
Με πινελιές αδρές.
΄Ιωμεν ες Σαλαμίνα
Μαχησόμενοι περί νήσου ιμερτής. Φωνή
Σπασμένη από τον πόνο και το μίσος
Που την ψυχή της πόλης ρήμαζε καθημερινά.
Σαράκι αδηφάγο. Χαλεπόν τ’ αίσχος
Απωσόμενοι. ΄Ετσι τρελός
-ή σαν τρελός-
Οδήγησε το παθιασμένο στράτευμα
Κι η δάφνη στόλισε τη νιότη της Αθήνας.
Το χαλεπόν το αίσχος
Χαρά και δόξα έγινε κι αρχή
Για το θεμελίωμα του Λόγου και τις γενναίες πράξεις
Της λευτεριάς και της δημοκρατίας.


(Ποιο αίσχος και ποια Σαλαμίνα;
Και χαλεπόν; Και απωσόμενοι;
Αυτό το απωσόμενοι πού πάει;
Ποιος λόγος και ποια λευτεριά; Και ποια δημοκρατία;)
Η μια κατάκτηση που φέρνει την άλλη
Κι η πατρίδα
Κήρυκας διαπρύσιος της βίας και φύλακας της τάξης φοβερός!

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

΄Ηταν η ώρα του μισεμού σου δύσθυμη
Και του κορμιού σου η θλιβερή ευρωστία
Περιγέλιο στους κρατούντες, ποιητή.
Καταφρόνια, μίσος και καταλαλιά,
Μπόχα και καβαλίνες. Ανίεροι
Κοιτάζουν με τα έντρομα μάτια τους
Και δεν βλέπουν
Παρά μόνο το φως που σκοτώνει.
Και νέοι παντού. Μυριάδες νέοι ορκισμένοι και αλλόφρονες
Το φόβο που την καρδιά τους βάραινε
Να διώξουν
Να εκδικηθούν
Όσα με ρημαγμένους στίχους είχες υποδείξει
Στο θλιβερό το στάσιμο της λευτεριάς μεγαλυνάρι.

Άραγε διάβασαν τους στίχους σου ποτέ ή τους φαντάστηκαν;
Το φόβο που την καρδιά τους βάραινε τον διώξανε;
Ξέρουν να ονειρεύονται και ν’ αγαπούν;
΄Η μόνο λόγια είναι;
Όμως η εκδίκηση, εκδίκηση. Μην το ξεχνάμε!

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΔΡΕΑ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗ


Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.

Συλλογή: Χρέος στο Εμπειρίκο

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο, μυσταγωγό και ιεροφάντη της ερωτογόνου αλκής
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Μιλάς για τον αίγαγρο μεγάλε ιεροφάντη των μυστηρίων της Φύσεως αγνοείς όμως πλήρως το γεγονός της μεμψίμοιρου και κυπτούσης δουλικώς τον αυχένα ανθρωπότητας.
Σκέψου λοιπόν: Ποίος ποτέ ενηγκαλίσθη, έστω και για μία νύχτα, το λαμπρό φως των διαττόντων αστέρων τη στιγμή της εις το κενόν εμβαπτίσεως των, όπως ο άξεστος Ρωμαίος στρατιώτης το πλαδαρό κορμί του Αρχιμήδη στην κολυμβήθρα των πειραμάτων του;
Ποίος ποτέ είδε τους αστερίες να αυνανίζονται περιπαθώς το δε σπέρμα τους να εκτινάσσεται ως τορπίλη και διασχίζοντας δια μακρών το λάγνο στοιχείο της θάλασσας να εισέρχεται με ορμή στο σπαράσσον αγγείο της πλήρους απολαύσεως;
Ποίος ποτέ μεγάλε ιεροφάντη και αδέκαστε ιεροεξεταστή της αναπαύσεως των ψυχών ημών είδε, έστω και μία φορά, τον Αίγαγρο υπερηφάνως θεωρούντα τις χοές των δακρύων και σείοντα την κεφαλή συγκαταβατικώς αλλά και με περιφρόνηση για τη μιζέρια που κατέστη αναπόφευκτος τρόπος ζωής εν τω μέσω των υπερφίαλων βλέψεων των ανθρωποειδών της πλήρους χαυνώσεως; Ποίος τον είδε ποτέ να επισείει τους υπερμεγέθεις και γενέσιους όρχεις του ανοικτιρμόνως κατά των τοιούτων βλέψεων και να φωνάζει: γαμήστε τους τους πούστηδες εδώ και τώρα.
Ποίος ποτέ Ανδρέα Εμπειρίκε, θαλασσοκράτορα και εξουσιαστή απάντων των στοιχείων της Ποιήσεως, τόλμησε να κοιτάξει ευθέως και ευθαρσώς τα λάμποντα ομμάτια του Αίγαγρου και δεν κατακεραυνώθηκε αμέσως, όπως ο Φαέθων από τον Δία;
΄Απελθε, λοιπόν, ποιητή! Δεν υπάρχει θέση για σένα στον κόσμο τούτο εν μέσω μάλιστα τοιούτων απέλπιδων βυθομετρήσεων, ψυχομετρήσεων και ανισόπεδων διαβάσεων λίαν επικίνδυνων για τους μύστες της φωτιάς και εν μέσω τοσούτων πικρών αλγηδόνων, πόνων, φόνων, πετρελαιοειδών και ατμοσφαιρικών πιέσεων ποικίλων. ΄Απελθε!

( Ο εκ των απορρώγων βράχων του Ηλειακού Κάμπου απόγονος εκ πλαγιογαμίας Αρχιλόχου του Παρίου, του και την ασπίδα απωλέσαντος, εθνομάρτυρος μισθοσυντήρητου, Χριστόφορος ο Πατζινακίτης.)

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Ντοάς με την κάπως όψιμη εμφάνισή του και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», ο Γιώργος Ντοάς, δυναμική φωνή του Πύργου με την έντονα φιλοσοφημένη διάθεση, όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, μια γυναικεία φωνή με ιδιαίτερο ποιητικό ενδιαφέρον, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Μεγάλες Στιγμές

Αφιερωμένο σε κάποιους κριτικούς των Αθηναϊκών εφημερίδων
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Είναι στιγμές που το ανθρώπινο μεγαλείο υπερίπταται των νεφώσεων του σύμπαντος και των πτυχώσεων του εδάφους της Γης. Τότε μεγαλοσχήμονες κριτικοί και λόγιοι συντάκτες απορριμμάτων ευπέπτου ύλης αναπέμπουν ύμνους δοξαστικούς προς το Υπέρτατο ΄Ον, όπως το «Άγιος, Κύριος, Σαβαώθ», υμνώντας συγχρόνως όλους τους Αγίους και ιδιαίτερα τον ΄Αγιο Θωμά τον Ακυινάτη, τον συνονόματό του τον Εκ Κελάνου και τη γνωστή μοναχή του Μεσαιώνος Ροτσουίθην και υπό τα σκαιώδη βλέμματα των προϊσταμένων τους όλους τους ελάσσονες και άνευ σημασίας, μετά πάθους λατρεύοντας το επέκεινα των συνειρμών τους και εκθειάζοντας επί πλέον τα κάλλη ευέλικτων κορασίδων με ωδές δοξαστικές, κρινόμενα όλα ως νέες εκφάνσεις των μεγάλων στιγμών του ανθρωπίνου πνεύματος που πνέει όπου οι χιλιοδραχμικές εξισώσεις ορίζουν.
Εν τέλει, για να μη φανούν και παντελώς άσχετοι ή υπερμέτρως αδικαιολόγητοι ή έστω και επί τα πρόσω λάμνοντες, υμνούν και τις καινούργιες επιτεύξεις του, όπως τον υαλοβάμβακα ΜΟΥΝΙΑΛ, τη ρουτίνα των καθημερινών εκχυμώσεων του δέρματος και τον Άρη Βελουχιώτη λίγο πριν από τον άδοξο θάνατό του, αινιττόμενοι συγχρόνως την πλήρη άπνοια που υποσκάπτει επικίνδυνα και με ύπουλη εγκαρτέρηση τις μεγάλες εκκενώσεις που ακολουθούν κατά πόδας τα υπολείμματα των καιομένων αετών.
Αυτές τις στιγμές ακριβώς παίρνω την κουβέρτα παραμάσχαλα και κοιμάμαι μόνος κάτω από το τρεμάμενο φως των θνησκόντων αστεριών και ονειρεύομαι με πόνο αλλά χωρίς κλάματα τα περασμένα μεγαλεία, το χρόνο που πέρασε ανεκμετάλλευτος κι απαρατήρητος απ’ όλους και κυρίως από μένα. Προς τι άλλωστε να τρέξω στους γιατρούς και να γιατρέψω τις πληγές μου αφού τα ράμματα δεν πρόκειται να κλείσουν ποτέ μ’ επιτυχία;

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Η Ομήγυρη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Μακρυμαλλούσα κοπελιά το βυζί σου καρτερώ για να πέσει στο νερό. Τα λόγια αυτά τα έλεγε συχνά ο παιδικός μου φίλος, ο Σταύρος, όταν συναναστρεφόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τις τρυφερές κορασίδες με τα δόκανα στα μάτια και το σφάχτη στα νεφρά, προσπαθώντας αυθαδέστατα να τις εντυπωσιάσει. Και πάντοτε, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, προκαλούσε τη γενική θυμηδία και το γέλιο των παρευρισκομένων, σε πείσμα του κοινού μας φίλου, του Βασίλη, τεταρτοετούς της Νομικής τότε, ο οποίος, αφού ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη λατρεία γλυκυφθόγγων ήχων της ασπαιρούσης από τρυφερότητα και ξιπασιά κιθάρας του, ανέμενε με αγωνία και μετά την τοιαύτη έκφραση του Σταύρου λυγμούς σκληρής απελπισίας.
Η χάρη όμως δεν του γινόταν ποτέ. ΄Έτσι, τις στιγμές αυτές της απόρριψης, μη ανεχόμενος άλλες προσβολές έσκυβε το κεφάλι και βωμολοχούσε με θυμό, όπως ακριβώς ο χαμαιλέων τις στιγμές της σπερμογόνου εκρήξεώς του βρωμίζει τα πάντα ενώ η ομήγυρη, περιχαρακωμένη κι αυτή με τη σειρά της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα του σκοτεινού δωματίου και ούσα κατ’ αυτόν τον τρόπο χωρίς δυνάμεις ενδελεχούς αντιστάσεως, ξεσπούσε σε κραυγές επιδοκιμασίας και χαιρόταν από καρδιάς τη λαμπρότητα και τη μεγαλαυχία του Σταύρου και των λόγων που εκστόμιζε συχνά.
Αυτές τις στιγμές παραφύλαγε κρυμμένος στη γωνία του δωματίου και έμπαινε στη μέση ο Ντέμος Καντέμος, μακρινός απόγονος του δρυοκολάπτη της νύχτας Θωμά του Ακυινάτη και κουνώντας τελετουργικά τους όρχεις του, δίκην μεγάλου αυνανιστή τη στιγμή της εκτόξευσης του υπερκαλύπτοντος το χώρο σπέρματός του ουρούσε καθέτως και οριζοντίως μέσα σε δύο μεγάλα μπουκάλια κοκακόλας, τα οποία στη συνέχεια και με χέρι που έτρεμε από τη συγκίνηση και το πάθος που τον διακατείχε σ’ αυτές τις περιστάσεις τα έδινε, τα προσέφερε καλύτερα, με μεγάλη ευγένεια ομολογουμένως, στις λυγερές κορασίδες που παρευρίσκονταν πάντα στις συγκεντρώσεις μας για να δροσιστούν από τον πνιγηρό καύσωνα της ημέρας και καμιά φορά της νύχτας και από τις αλλεπάλληλες εκκενώσεις γέλωτος βαρέος και λιγυφθόγγου.
΄Έτσι τελείωνε κάθε φορά η ομήγυρη και το γεγονός, ίδιο και απαράλλακτο, επαναλαμβανόταν σε τακτά διαστήματα έως ότου ο Σταύρος αναχώρησε για τη θαλασσόβρεκτη πατρίδα του και από τότε δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Κι ακόμη και σήμερα παραμένει εκεί, πιστός στην απόφαση που πήρε την ημέρα που εξαφανίστηκε για πάντα.
Είναι γεγονός ότι μετά την αναχώρηση του Σταύρου κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ξανασυνδέση τη διεσπασμένη συντροφιά παρόλο που η θέση του δεν έμεινε για πολύ κενή γιατί την πήρε ο άρτι αφιχθείς εκ των Αθηναϊκών περιχώρων Τάμης ο μισθοσυντήρητος. Τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ και σιγά σιγά το καταλάβαμε όλοι. Βοήθησε σ’ αυτό και η πτώση της τρισκατάρατης χούντας.
΄Έτσι έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα μία πλευρά της εν Λυσιατρείω διαμονής μου και άπειρες φορές αναλογίζομαι, όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, πόσο άδοξα έφυγε ο μπαγάσας από τη μέση και μετέβη δια παντός στην ξεχασμένη χώρα των Λωτοφάγων, αφού γλίτωσε πρώτα τη σφαγή των τρομερών Κυκλώπων, ως άλλος Οδυσσέας στη μέση της θάλασσας, κορυβαντιών και ηδονιζόμενος σε αλλόκοτες στιγμές διαυγούς εκλάμψεως.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Επικλινείς Εκσπερματώσεις

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη



Πολλές το κύμβαλο αλαλάζον εν μέσω δύο ανεπιτυχών κροτήσεων αναρωτιέται ποιος ο σκοπός της εν τω κόσμω κραιπάλης και επειδή δεν βρίσκει απόκριση ικανοποιητική μέσα του αλαλάζει και πάλι ηχούν υπερήφανα τη στιγμή κατά την οποία δύο νεαρές πρώην παρθένοι δεχόμενες εντός των μετ’ αφάτου ηδονής και ευχαριστήσεως το υγρό σπέρμα του εραστή τους στρέφουν την κεφαλή προς τα άνω και κραυγάζουν με νικητήρια άμιλλα το «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Τότε νωχελείς περιπατητές των επίγειων λειμώνων της πατρίδας μας εναγκαλίζονται το κενό του αέρα που σχηματίζεται από την τοιαύτη σύμφυρση των τετελεσμένων γεγονότων και πλήρεις ευωχίας κορυβαντικής εγκαταλείπουν πλέον τη νωχελική τους αδράνεια και ορμούν στις πνιγηρές συνοικίες των πόλεων και συγκεκριμένα στους παρθενικούς κοιτώνες των αθώων κορασίδων που αναμένουν με αγωνία το δούρειο ίππο της υποταγής των τη στιγμή ακριβώς που τα’ αστέρια παύουν να δίνουν κι αυτά ακόμα και το ελάχιστο τρέμουλο των ακτίνων τους.
Αυτή είναι η παντοτινή κατάληξη των επικλινών εκσπερματώσεων αυτού του είδους.

Επιδρομή Ούννων και Πατζινακών

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Την στιγμή κατά την οποία οι Πατζινακίτες και οι σύμμαχοί τους οι Ούννοι επέδραμον κατά της βασιλευούσης των πόλεων κραδαίνοντας σιδερένιους λοστούς και αναμμένα καρφιά, απότοκα μιας καταστάσεως θλιβερής, ο νεαρός αυτοκράτωρ, γυμνός και ανυπόδητος, έτσι όπως τον είχε γεννήσει η μάννα του στο δωμάτιο της πορφύρας, επέβαινε της άρτι υπανδρευθείσης πρώτης κυρίας των τιμών της συζύγου του, αγαπημένης αδελφής του Λογοθέτη του Δρόμου και πρώτης εξαδέλφης του επίδοξου παρακοιμώμενου, υπό τα σκαιώδη βλέμματα των ενδόξων προγόνων του και τα πύρινα δάκρυα της Παναγίας μπροστά στο φρικτό μαρτύριο του Γιου Της. Δεν αντελήφθη ο τάλας ότι οι τριγμοί του κρεβατιού του ήταν οι τριγμοί της κλονιζομένης αυτοκρατορίας του και μειλιχίως και με κάποια δόση θαυμασμού ενατένιζε ίσως το απαστράπτον από την λάμψη των ρουμπινιών και του χρυσού στέμμα του. ΄Όταν το κρεβάτι έσπασε και σωριάστηκε συντρίμμια κατά γης ήταν πλέον αργά: οι Ούννοι και οι Πατζινάκες είχαν ήδη μπει στην ίδια την κρεβατοκάμαρα, η οποία από τότε ακριβώς βάφτηκε πορφυρά ενώ πάντες οι παρακοιμώμενοι και οι βοηθοί τους κατακρεουργήθηκαν ανελέητα στην άνοια του ύπνου των.
Αυτή ήταν άλλωστε η αρχή των μεγάλων δεινών που κατερράκωσαν το κύρος της ενδόξου ποτέ βασιλίδος των πόλεων και της αυτοκρατορίας που είχε δημιουργήσει και που την εξαφάνισαν στο τέλος ολοσχερώς και δια παντός από του προσώπου της Γης.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Ο Διομήδης

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο Διομήδης ήταν γενναίος και γιαυτό πολεμούσε ακατάπαυστα στα διάφορα πεδία των μαχών υπερασπιζόμενος τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στην τελευταία μάχη όμως στην οποία έλαβε μέρος ως αρχηγός επίλεκτων τμημάτων λοκατζήδων και άλλων ομάδων καταστροφής και ενώ ετοιμαζόταν να εκσφενδονίσει το δόρυ του κατά επερχόμενου Ρωμαίου στρατηλάτη και εραστή σφριγηλών νεανίων, σεισμός 8,9 της κλίμακας του Ρίχτερ τον έριξε κάτω και την ίδια στιγμή ένα κουνούπι υπερμέγεθες όσο και η βάλανος του πέους του σφηνώθηκε βίαια στον αριστερό οφθαλμό του για να πληρωθεί το ρηθέν υπό των Ελλήνων « ΄Εστι Δίκης Οφθαλμός» και να σωθεί έτσι ο ωραίος Λατίνος ερωτιάρης, ως δια μαγείας θεϊκής, η δε Ωραία Ελένη του Μενελάου ανηρπάγη υπό νεφέλης λευκής εξ ύδατος συμπεπυκνωμένου και οδηγήθηκε αμέσως στα ουράνια δώματα του Δία, ως αντιπροίκι για τον έξοχο Γανυμήδη.
΄Έτσι, ο πόλεμος τελείωσε την ίδια στιγμή που άρχισε κι ας λέει άλλα η Ιστορία, γιατί πράγματι δεν υπήρχε πια λόγος σοβαρός για τη διεξαγωγή του κι ο ΄Όμηρος έσπασε από τη μανία που τον έπιασε για το γεγονός αυτό τη φόρμιγγά του και τόριξε στους αμανέδες για να διασκεδάζει τη μακρόσυρτη ανία αρχόντων και αρχομένων των χωρών της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Το Κοσμικό Αυγό

Στο Νικόλαο Γαβριήλ Πεντζίκη όταν ζούσε
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο διάδοχος του θρόνου ενηγκαλίσθη ασθμαίνων τη λυγερή παλλακίδα του πατέρα του στο πορφυρό δωμάτιο των παρθένων γυναικών, στους τοίχους του οποίου εκρέμαντο διατεταγμένα αρμονικά και σε τακτές αποστάσεις πλείστα αιχμηρά αντικείμενα ποικίλων χρήσεων, αποχρώσεων και σχημάτων. ΄Ήχοι πυριφλεγείς και άσματα υπερκόσμια διεχύθησαν στη στιγμή, σαν γλυκό πρωτοβρόχι την πρώτη μέρα του φθινοπώρου, στη σκοτεινή ατμόσφαιρα που, ω του θαύματος, εφωτίσθη δια φωτός λαμπροτέρου του Ηλίου, ακτινοειδώς εκτεινομένου στο εν λόγω δωμάτιο. Η συνουσία ήταν υπέρ το δέον τετελεσμένη όταν για δεύτερη και, ίσως, και τρίτη φορά, το υπερμέγεθες πέος του διαδόχου με την βάλανο φανερά εξογκωμένη εισεχώρησε, ως μανιασμένος πολιορκητικός κριός, στην τρυφερή σχισμή του δοχείου της πλήρους ηδονής και των υπερφίαλων εκκρίσεων. Τότε φωνές παράξενες, με αναφιλητά και γογγυσμούς ανακατεμένες, εκάλυπταν τους αρμονικούς κραδασμούς των σωμάτων και τους φοβερούς τριγμούς του κρεβατιού ως μεγάλο και ζεστό κλινοσκέπασμα την πιο κρύα νύχτα του πιο φρικτού χειμώνα και τη στιγμή την άφατη, τη στιγμή της πλήρους ενσφηνώσεως, ω του θαύματος και πάλι, ο υπερκείμενος από παλιά διπλός μινωικός πέλεκυς επέπεσε, ως καρμανιόλα της Γαλλικής επαναστάσεως την περίοδο της Τρομοκρατίας, και απέκοψε διαμιάς τις κεφαλές των τη στιγμή ακριβώς που κοιτούσαν προς τα άνω και δοξολογούσαν τον Κύριο μετ’ αγαλλιάσεως κραυγάζοντες το «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε».
Η λίμνη του αίματος που εκάλυψε γρήγορα τα ηδονικώς σφαδάζοντα κορμιά των νεαρών δεν κατέστη δυνατόν να συμπαρασύρει και το άρτι επιτευχθέν εκ της τοιαύτης ενώσεως αυγό, το οποίο επέπλεε, εις πείσμα των προστερξάντων αυλικών, ως ανθός στην ποδιά της Οσίας Μαρίας της Πενταγιώτισας, της εκ των Σαλώνων.
Τούτο λοιπόν, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν το Μέγα Κοσμικό Αυγό, εξ ου ως ΄Ελληνες διεχύθημεν στο σύμπαν.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ο Μέγας Στρατηλάτης

Στο Διονύση Κράγκαρη
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο Μέγας Στρατηλάτης εμφανίστηκε την τελευταία ημέρα του θέρους στη μικρή κωμόπολη των πέντε χιλιάδων κατοίκων με την τιμητική συνοδεία χιλιάδων τρακτέρ και άλλων σκαπτικών μηχανημάτων παντός είδους. Απαραίτητων για την εκσκαφή του δρόμου και της παρακείμενης πλατείας παρά τις εύλογες αντιρρήσεις του νεοεκλεγέντος δημάρχου και του δημοτικού του συμβουλίου. Οι τελευταίες βροχές, συνεχείς και κατακλυσμιαίες, είχαν μαλακώσει το έδαφος σε τέτοιο σημείο ώστε να σχίζεται αμέσως ακόμη και με τη χρήση ενός απλού, ξύλινου υνίου, όπως ακριβώς το ξύλο του ευκαλύπτου από τα δυνατά χτυπήματα του ξυλοκόπου.
΄Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν ν’ αρχίσουν όταν συνέβη το απρόσμενο: ο δυνατός αέρας που εφύσηξε εκείνη τη στιγμή, υπερβολικός και ανεξέλεγκτος, πέταξε σε μεγάλη απόσταση τα ελαφρά κλινοσκεπάσματα της όμορφης συζύγου του Μεγάλου Στρατηλάτη, η οποία και γι’ αυτό το λόγο και μόνο εκρυολόγησε βαριά. Η προσοχή όλων, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε περιεσπάσθη και περιεστράφη στην έρευνα για την ανεύρεση των εξαφανισθέντων κλινοσκεπασμάτων και τα μηχανήματα, βοηθούσης και της φυσικής υγρασίας του τόπου, εσκούριασαν εντελώς και έγιναν άχρηστα. Αυτή ήταν και η κύρια αιτία, εξ αιτίας της οποίας δεν ανεσκάφη τότε ο δρόμος και η παρακείμενη πλατεία και ως εκ τούτου δεν φυτεύτηκαν ποτέ τα τρυφερά ραπανάκια, τα κρεμμύδια και τα άλλα ζαρζαβατικά που ήταν απαραίτητα για τη διατροφή του πληθυσμού καθώς και οι λεύκες, οι γνωστές και ως πράσινος χρυσός, παρά τις κυβερνητικές αποφάσεις, τη θέληση του βασιλέως και το διακαή πόθο του Μεγάλου Στρατηλάτη.
Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση, περίλυποι έως θανάτου δια την τοιαύτην εξέλιξη των γεγονότων, αποφάσισαν ομόφωνα και χωρίς την αντίρρηση κανενός, ούτε κι αυτού του δημάρχου που μέχρι τότε διαφωνούσε με τη σκοπιμότητα του έργου, να απόσχουν για ένα ολόκληρο τριήμερο από τον έρωτα σε ένδειξη σιωπηρής πλην όμως δυνατής διαμαρτυρίας. Ο λαός όμως της μικρής κωμόπολης και των γύρω χωρίων είχε άλλη γνώμη και γι’ αυτό και δεν τους ακολούθησε σ’ αυτή τους τη μεγαλειώδη όσο και αποτελεσματική απόφαση. Απόδειξη μεγάλη και αδιαπραγμάτευτη: μετά από εννιά μήνες ακριβώς αυξήθηκε υπέρμετρα ο ντόπιος πληθυσμός, θα έλεγα και επικίνδυνα, αφού ο ζωτικός χώρος της κωμόπολης και των γύρω χωριών ήταν αδύνατο να διαθρέψει τόσο πλήθος γι’ αυτό και οι περισσότεροι μετανάστευσαν εν καιρώ σε χώρες μακρινές και πόλεις πνιγηρές από τον καύσωνα και τα καυσαέρια των συνεχών μετακινήσεών τους.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Ημιτελές σχέδιο τηλεοπτικού σεναρίου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Αυτή με κόκκινα μαλλιά και πράσινες κάλτσες μπελ επόκ.
Αυτός πάσχων εκ πριαπισμού, ατημέλητος και κακεντρεχής. Κατάσταση θλιβερή και αθεράπευτη, κατάλληλη μόνο για μελό παρωχημένης εποχής.
Συναντώνται εσκεμμένως και εν κρυπτώ στα διάκενα που αφήνει ο χρόνος ανάμεσα σε δύο εκσπερματώσεις και τέσσερα αναφιλητά.
Αποτέλεσμα κανένα. Αναμενόμενο άλλωστε. Απόφαση καμιά. Οι υλακές της νύχτας δεν επιτρέπουν τελικά την τελεσφόρηση των πόθων και την αυτόματη υγροποίηση των οδυρμών και του πάθους.
Με μεγάλα καλλιτεχνικά γράμματα το τέλος. Δεν αναγράφονται πουθενά ονόματα ηθοποιών, σκηνοθέτη, σκηνογράφων, τεχνικών κ.λπ. Προς τι άλλωστε, αφού την ιστορία τη γράφει η ίδια η ζωή και όχι ένας χαρισματικός σεναριογράφος.
Εν τέλει τα γεγονότα διεξήχθησαν αλλιώς. Ο παραγωγός που θα αναλάμβανε την εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου τόριξε στην προαγωγή και προστασία ωραίων και εύκολα ερωτεύσιμων γυναικών, δημιουργώντας προς τούτο κέντρα ηδονής σε ολόκληρη την επικράτεια προς μεγάλη ευχαρίστηση εμένα και των οικείων μου που τώρα είναι απολύτως σίγουροι ότι δεν πρόκειται να στερηθούν ποτέ την αναγκαία σε αυτούς αλλά και αναντικατάστατη παρουσία μου.
Αυτά για τους άλλους. Προσωπικά ελπίζω όμως να ευοδωθούν κάποτε οι σκοποί μου και οι στόχοι μου για να αντιληφθούν όλοι τέλος πάντων ότι κάτι αξίζουμε κι εμείς που δεν βγήκαμε ακόμη στο κουρμπέτι γιατί δε βρήκαμε εκδότη ή παραγωγό.

Απόπειρα περιγραφής φοιτητικής συγκέντρωσης της δεκαετίας του 1980

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Αδαμάντιος Κοραής, με μαύρο περιβραχιόνιο στο κάτασπρο χέρι του και μ’ ένα νεράντζι σφηνωμένο στα κενά της μασχάλης του, ατενίζει απαθής και αδιάφορος τις ορδές των Ούννων και των Πατζινακών που κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου σε πλήρη σχηματισμό ενώ κάτω από τη χλαμύδα του Βελεστινλή και το μαύρο ράσο του Πατριάρχη άγνωστος αριθμός ποικιλόμορφων μελανοχιτώνων επιβητόρων της Δεξιάς γλιστρούν ύπουλα αλλά με τάξη στο κέντρο της παράταξης για να επιφέρουν εκ των έσω την αναμενόμενη απ’ όλους διάσπαση των δυνάμεων που θα καταλάμβαναν το χώρο ως λάφυρο νίκης περιφανούς. Η βροχή όμως που επακολούθησε, ραγδαία και απρόσμενη πλην όμως θεαματική, απέτρεψε εντελώς την αναμενόμενη σύγκρουση και τα μεγάφωνα, ελλείψει συνθημάτων, μετέδιδαν συνεχώς και χωρίς ντροπή το «ένα νερό κυρά-Βαγγελιώ» και κατά σπανιότερα διαστήματα το περίφημο εκείνο τραγούδι της Γαλάναινας την οποία, κατά την παράδοση, ερωτεύτηκε κάποτε Λαλαίος αγάς όταν την αντίκρισε να ιππεύει περήφανη και ευσταλής το άλογό της στις όχθες του Ηλειακού Πηνειού.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Συντηρητής πτωμάτων

Στο Γιώργο Γώτη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Το πτώμα ήταν βαπτισμένο στη φορμόλη. Τα γεννητικά όργανα τέμνοντα καθέτως και οριζοντίως τις σχισμές του υπάρχοντος αέρα δεν έδειχναν με ακρίβεια το φύλο παρά τις προσπάθειες γιατρών και νοσοκόμων. ΄Ήταν άρρεν; ΄Ήταν θήλυ; Η γλυκιά και σεμνή Πουλχερία με τις ακαθόριστες καμπυλότητες ή ο Μέγας Αττίλας επιτιθέμενος με τις ανίκητες ορδές του κατά των Ρωμαϊκών λεγεώνων; Ο συντηρητής πτωμάτων του εργαστηρίου της ανατομίας καθώς και ένας νεαρός οδοντίατρος που το ερευνούσε απ’ όλες τις πλευρές αδυνατούσαν πλήρως ν’ απαντήσουν στα εύλογα ερωτήματα των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών. ΄Όμως ο συντηρητής, επειδή και ο ίδιος είχε την περιέργεια αλλά και επειδή ένιωθε συγχρόνως αβάσταχτο το βάρος της ευθύνης στους αδύναμους ώμους του, καραδοκούσε τη στιγμή κατά την οποία το πτώμα θα τεμαχιζόταν κρυφά για να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση και να λυθεί επιτέλους το μέγα τούτο μυστήριο του σύμπαντος. Πλην όμως εις μάτην! Το μυστήριο, δυστυχώς, δεν διελευκάνθη ποτέ γιατί όλοι οι τεμαχιστές επιστήμονες και μη είχαν αποθάνει προ πολλού.

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Ο Εθνικός Δρυμός

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Πολλές φορές επισκέφθηκα τις άγριες βαλανιδιές του εθνικού μας δρυμού για να δω τον ήλιο να ασπαίρει με τους υπέργειους εναγκαλισμούς των υπερύψηλων κλαδιών τους. Πλην όμως ουδέποτε ανεχώρησα εκείθεν πλήρης ευωχίας και μέθης Διονυσιακής. Είναι τόσες οι σκηνές του καθ’ ημέραν βίου που αναπηδούν ανά πάσα στιγμή ως κέλητες βαρβάτοι και γαυριώντες εν εξάλλω καταστάσει στο αντίκρισμα και μόνο νεαράς γυμνής φοράδας ώστε να μη μένει πλέον καιρός για την πνιγηρή οδοιπορία των ευστόχων στοχασμών και την καθημερινή επιβίωση στο θλιβερό περιβάλλον που ζούμε. ΄Έτσι, μη έχοντας τι άλλο να κάνω σ’ αυτές τις περιστάσεις, ανακράζω περίτρομος το «άλαλα τα χείλη των ασεβών» και αναζητώ αμέσως της ακακίας το φύλλωμα, ιδίως αν είναι ντάλα μεσημέρι, όταν ο ήλιος ρίχνει κάθετα τις οξείες γωνίες των ακτίνων του σείων συγχρόνως επικίνδυνα, ως μέγα καλειδοσκόπιο, το νέο απορρυπαντικό των πλαγίων εξαπλώσεων.

Η Ερμιόνη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Εκδοχή πρώτη: γνωστή περιοχή της Ανατολικής Πελοποννήσου.
Εκδοχή δεύτερη: η Ερμιόνη εν εξάλλω καταστάσει και σχεδόν ημίγυμνη φιλάει περιπαθώς την Τερψιχόρη στο στόμα. ΄Ύστερα χορεύει ένα μοναχικό ερωτικό χορό. Αναγκαστικά, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατίθεται στα σκέλη του Διονύση.
Εκδοχή Τρίτη και φαρμακερή και φυσικά κατά Διονύση: η δουλειά, φως φανάρι, ήταν από καιρό στημένη απ’ τους μανιώδεις καπνιστές των λευκών πεταλούδων.
Εκδοχή τέταρτη και μάλιστα κατά τη μαρτυρία των παρευρισκομένων: η στύση ήταν, όπως πάντα, υπόθεση καθαρά πνευματική.
Τελική διαπίστωση μετά από εξαντλητική εξέταση όλων των δεδομένων: η Ερμιόνη δεν είναι παρά μία μικρά νήσος του Ειρηνικού και ως εκ τούτου δεν ανήκει στον κύκλο των ονείρων και των επιθυμιών μου και, όπως είναι φανερό, ούτε και στον κύκλο των ονείρων του Διονύση. Συνεπώς, δεν πρόκειται να μας απασχολήσει άλλο κι έτσι το κείμενο δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Στιγμές απ' τη ζωή ενός σαλτιμπάγκου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πόνος ενδόμυχος και πίκρα βαθιά που δεν λέγεται. Βαθιές αυλακιές και σκασίματα τραχιά μιας μορφής ηλιοψημένης, φαγώματα αποτρόπαια του μαύρου σαρακιού που τρώει τη ζωή του ανθρώπου καθημερινά. Μάτια θαμπά, άτονα, που ατενίζουν το σύμπαν με κούραση, καρτερώντας την ώρα που θα πιούνε το χρόνο στιγμή τη στιγμή ως το τέλος του. Προσπάθεια μεγάλη, τεράστια, φορτωμένη με γνώση από ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κόντρα στο ρυθμό της ζωής. Υπομονή ως την ώρα της διάλυσης. Ως την ύστατη ώρα.
Κοιμήθηκε έχοντας στο νου του μια νεροχελώνα. Την είδε και πάλι στο όνειρό του, ολοκάθαρα, σαν ζωντανή. Κουνούσε πέρα δώθε το φιδίσιο κεφάλι της σαν εκκρεμές που χτυπάει ασταμάτητα τις ώρες στον τοίχο. Με τη λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο γλώσσα της άρχισε να του γλείφει τα γένια, το στόμα, τα μάτια, το μέτωπο. Σε λίγο τα χέρια και τα πόδια. Της χάιδεψε τρυφερά το σκληρό της το κέλυφος. Η κρύα του επιφάνεια, παγερή σαν τον θάνατο, τον ξύπνησε αμέσως. ΄Έφερε το χέρι στο μέρος της καρδιάς και προσπάθησε να μετρήσει τους ακανόνιστους χτύπους της μονάχος. Μάταιος ο κόπος, η προσπάθεια χαμένη στο κενό μαζί με τα κομμάτια της ρημαγμένης του ζωής.
Σκέφτηκε τότε πολλά και κυρίως τις στιγμές που με την Ιωάννα συντροφιά τραμπαλιζόταν αμέριμνος πάνω σε δρύινες κορυφές. Αλλοτινές στιγμές συγκινησιακού μεγαλείου που ορμούσαν ακάθεκτες σαν ύαινες από το βάθος της ύπαρξης, σαν άγριος χείμαρρος τις σκληρές χειμωνιάτικες νύχτες. Χαμογέλασε πικρά. Βυθισμένος στο ακίνητο τέλμα της τωρινής του απραξίας μετράει τη ζωή του και τη βρίσκει λειψή, χωρίς νόημα. Χαμόγελο πικρό, ψυχοφθόρο, του τέλος που αργεί να φανεί στον ορίζοντα. Φυσικά, λείπει η απόφαση.
Οι σκέψεις, σκληρές και αδυσώπητες, τον χτυπούν σαν σφυριά στο μυαλό κι αυλακώνουν και πάλι το μέτωπο. Η μπόχα του φέρνει ναυτία και εμετό. Τα όνειρα είναι νεκρά και παύουν να χύνουν το γλυκό τους το βάλσαμο στη θλιμμένη του ψυχή. Το μέλλον βουβό κι απροσδιόριστο. Ξημερώνει.
Η απόφαση πάρθηκε αμέσως, με περίσκεψη και αιδώ. Αλλά και με απλή εγκαρτέρηση. ΄Έπιασε μαλακά το σφυγμό του και ύστερα, φέρνοντας αργά και τελετουργικά το χέρι του στο μέρος της καρδιάς, πέθανε, κρατώντας ως το τέλος με υπέρτατη προσπάθεια την αναπνοή του. Ο ήλιος που ανέτειλε σε λίγο δεν είδε τίποτ’ άλλο από το ξύλινο φέρετρο, κλειστό, χωρίς άνθη και άσπρες κορδέλες. Από το φόβο, είπαν, μιας απρόσμενης μόλυνσης. Και φυσικά, όχι μόνο σωματικής.
1974,1977,1981.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Περιφερόμενος ο βασιλεύς από χωρίου εις χωρίον
Κατά τις περιγραφές των δελτίων ειδήσεων της ΕΡΤ
Κατηφής, άπελπις, δυστυχισμένος.
Μα πού τον είδα τούτο τον Αλάριχο
Που έκανε λίμπα τα ιερά
Και χάθηκε στη μαύρη θάλασσα της λησμοσύνης
Τον εξολοθρευτή, τον παίδα τον ατίθασο, το γκομενιάρη
Που θέλει σώνει και καλά να γίνει ποίημα;
Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις τεχνικά το ένα πάνω στο άλλο
Κι ύστερα νάρθει ο ήρωας να το ξεθεμελιώσει;
Και με νεκρό τον κόσμο των ανθών και των σωμάτων;

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Οδυσσέως απόλογος

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Αναδύεται η Ναυσικά και περπατάει
Γυμνή και απαστράπτουσα
Στον αφρό των κυμάτων που την περιβάλλουν
Στις σκοτεινές σπηλιές της Παλαιοκαστρίτασας
Γλύφοντας με ανείπωτη ηδονή
Την ποθητή σχισμή του σκοτεινού αιδοίου της
Όπως ο πόθος γλύφει πιεστικά το κρανίο του σοφού,
Τη σκοτεινή πηγή των λογισμών του.
Ο Οδυσσέας καρτερεί,
Δούλος και δόλιος,
Ιερομόναχος με το κερί στο χέρι
Να φωτίσει με λαχτάρα και οδύνη
Τους βαθυκύανους κόλπους του απλησίαστου έρωτά του,
Τις γλαφυρές κοιλάδες του, τα σκοτεινά υψώματα, τα βάθη
Και προπάντων τις απρόσμενες αναταράξεις του εδάφους.


Καημένε Οδυσσέα
Τι ήταν για σένα η Ιθάκη
Για ν’ απολογηθείς απρόσκλητος
Με τις ξερές ακρογιαλιές
Και την ολέθρια ηθική της Πηνελόπης;
΄Ομηρε πώς το μπόρεσες
Να τον αφήσεις να σαπίσει
Στο ρημαγμένο του χωριό;
Τόση αλμύρα η θάλασσα
Δεν λησμονιέται με τη σύνταξη
Στα λιανοχώραφα της νήσου του
Και στον οντά της ιμερτής αλόχου.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Σπουδές

Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος. Κι όμως!
Τόσα αστέρια στη χούφτα μου
Κι ούτε ένα δε μπόρεσα
Να κρατήσω!


΄Ένα ποτήρι κρύο νερό
Να δροσίσω τα φρυγμένα μου χείλη.
Είμαι στην άκρη του γκρεμού
Που πέφτει και τσακίζεται
Ο νεκρός καταρράκτης της χαράς.
Φώναξα την τελευταία στιγμή
Βρήκα τη δύναμη τότε
Μια ανάσα πριν από την πτώση.
Δεν είδα
Τους σταματημένους δείκτες του ρολογιού
Και την παγερή ματιά της νοσοκόμας
Που διανυκτέρευε εναγωνίως
Επιφορτισμένη
Με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει καθημερινά
Το θλιβερό της επάγγελμα.


Τα στάχυα έγειραν τα κεφαλάκια τους
Για να υποδεχτούν με συγκατάβαση
Τα συντρίμμια των λευκών σταλαγμιτών
Και τη στάχτη των καμένων ονείρων τους.
Εμένα ποιος θα με δεχτεί στη γωνιά του
Θλιβερές παλλακίδες του σήμερα;


Ταυτόν εστί νοείν τε και είναι.
Παρμενίδη πώς μπόρεσες
Να στείλεις το μήνυμα
Μες στους αιώνες;
Αλκιδάμα
Σοφέ
Που τα βιβλία σου;
Ελευθέρους αφήκε πάντας Θεός
Ουδένα δούλον η Φύσις πεποίηκεν.
Ποιος Θεός και ποια Φύσις;
Ποιοι οι δούλοι και ποιοι οι ελεύθεροι
Μακρινέ Αλκιδάμα;


Σπούδασα σε ανήλιαγες αίθουσες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες.
Τόσα χειρόγραφα μελέτησα
Κι ο Γουτεμβέργιος
Καβαλάρης των αιώνων ατίθασος
Οι αίθουσες όμως ανήλιαγες,
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες,
Σκοτεινά σπουδαστήρια της νιότης
Κι ο Γουτεμβέργιος
Μαύρες οπές στο σκοτάδι.


Πού να πάω λοιπόν;
Πώς να κουνήσω τα πόδια μου
Αχρηστεμένα από το βάρος του Χρόνου;
Ποια η τρύπα να κρυφτώ,
Να λουφάξω, να χαθώ
Από τα μάτια του κόσμου;
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Η ποίηση της Κυριακής και άλλες κριτικές

Iωάννου Xρυσοστόμου, H Θεία Λειτουργία
Mετάφραση-σχόλια: Π.A. Σινόπουλος, Ίκαρος, Aθήνα 1997

O Π.A. Σινόπουλος, γνωστός ποιητής της πρωτης μεταπολεμικής γενιάς, κοινωνιολόγος με σημαντικό ερευνητικό και επιστημονικό έργο, είναι ταυτόχρονα και ένας επιτυχημένος, κατά γενική ομολογία, μεταφραστής αρχαίων και νεώτερων κειμένων με σταθερότηττα στις προτιμήσεις και τις αναζητήσεις του, με χρονική διάρκεια, μεταφραστική άποψη, γνώση και ποιητική ευαισθησία και, φυσικά, με το ανάλογο αποτέλεσμα πάντα.
Oι πρώτες του μεταφραστικές απόπειρες βρίσκονται ήδη στο πρώτο του βιβλίο ποίησης, προσωπικής και μεταφρασμένης, στο Άνθρωποι και Kατακόμβες, που εκδόθηκε στα 1959 και είναι έργα του Hσαΐα, του Mιχαία, του Δαυίδ, ποιητών δηλαδή της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ αργότερα θα μεταφέρει στη νεοελληνική γλώσσική πραγματικότητα τμήματα της Aποκάλυψης του Iωάννη, χρονολογικά πολύ πριν από τις αντίστοιχες προσπάθειες του Σεφέρη και του Eλύτη, τα Eξαποστειλάρια του Kωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, τα Iδιόμελα της Kασσιανής και τα Kοντάκια του Pωμανού του Mελωδού, μέρος των οποίων θα εκδοθεί στα 1974.
H ποιητική του ιδιοσυγκρασία, οι θεολογικές και κοινωνιολογικές του σπουδές, η χριστιανική του πίστη και η μέσω αυτής θέαση των πραγμάτων τον ωθούν στη μετάφραση κειμένων της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, με ένα δεύτερο στόχο, πιστεύω, παράλληλα με τον ποιητικό: να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν και πάλι αυτά τα κείμενα στη λατρεία με τη νέα τους, βέβαια, εκδοχή για αυτό και προσπαθεί και κρατάει πολλά γλωσσικά, μετρικά, ποιητικά κλπ. στοιχεία του πρωτοτύπου. Oι ίδιοι αυτοί λόγοι, πάνω κάτω, τον οδήγησαν και στη μετάφραση των ποιημάτων του σπουδαίου ποιητή της Nικαράγουας, του Eρνέστο Kαρντενάλ. Tο εγχείρημα ήταν και εδώ επιτυχημένο, αν μπορέσουμε να κρίνουμε, βέβαια, από τα ελάχιστα ποιήματα που είδαν το φως της δημοσιότητας σε περιοδικά μικρής κυκλοφορίας. Όλη η μακρόχρονη προσπάθεια, τα θετικά αποτελέσματα των προηγούμενων μεταφραστικών εγχειρημάτων του, η σταθερότητα και η τεκμηριωμένη επιμονή του στην υπεράσπιση των απόψεων του, τον έστρεψαν στη μετάφραση της Θείας Λειτουργίας του Iωάννη του Xρυσοστόμου, του κειμένου δηλαδή που χρησιμοποιείται όλες –σχεδόν– τις Kυριακές και γιορτές στην εκκλησιαστική λατρεία της Oρθόδοξης Eκκλησίας.
H Θεία Λειτουργία, σημαντικότατο ποιητικό επίτευγμα της ορθόδοξης λατρείας, διαμορφώθηκε στα μισά του 4ου αιώνα περίπου, κυρίως, από τον Iωάννη τον Xρυσόστομο και χρησιμοποιήθηκε αρχικά από την Eκκλησία της Aντιόχειας, πατρίδας του ιεράρχη, και αργότερα, όταν ο Iωάννης ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της Kωνσταντινούπολης, άρχισε σιγά σιγά να χρησιμοποιείται και από τη μητέρα Eκκλησία για να κατακτήσει, με το πέρασμα του χρόνου, το σύνολο των εκκλησιών του ορθόδοξου χριστιανικού κόσμου, αφού είναι συντομότερη κατά πολύ της Λειτουργίας του Aγίου Bασιλείου, περισσότερο ποιητική, απλή και κατανοητή από αυτήν, πιο κοντά στο λαϊκό γλωσσικό ιδίωμα και αίσθημα και, συνεπώς, με λιγότερες ρητορικές και θεολογικές εξάρσεις, ώστε ο πιστός να μπορεί να την προσλάβει ευκολότερα.
Παλιότερα πίστευαν ότι η Θεία Λειτουργία καθώς και άλλα λατρευτικά κείμενα της ορθόδοξης τελετουργίας ήταν γραμμένα σε πεζό λόγο και για αυτό, ίσως δεν είχε απασχολήσει κανένα μελετητή η ποιητικότητά τους. Για πρώτη, σχεδόν, φορά φαίνεται ότι αποκαλύπτεται από τον Π.A. Σινόπουλο με αυτή την έκδοση ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά και ότι ολόκληρη η Θεία Λειτουργία του Xρυσοστόμου δεν είναι παρά ένα υψηλής ποιητικότητας κείμενο, ένα ποίημα ενιαίο και ολοκληρωμένο, που ακολουθεί, ώς ένα σημείο, τη μεγάλη αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και δη της τραγωδίας. H ποιητική και εννοιολογική ενότητα των κειμένων που αποτελούν τη Θεία Λειτουργία και τα οποία εναλλάσσονται, ανάλογα με τη γιορτή, είναι δεδομένη και δε διασπά σε καμιά περίπτωση το ενιαίο του χαρακτήρα της. Tα κείμενα αυτά είναι όλα γραμμένα σε τονικούς στίχους, με όλους τους κανόνες της στιχουργικής, όπως διαμορφώθηκαν από τον 4ο μ.X. αιώνα και μετά. Γράφει σχετικά στο βιβλίο του H μεταφραστική σιγή στην εκκλησιαστική υμνογραφία (Άγιος Nικόλαος 1986, σελ. 35 κ.ε.) ότι αυτή η αντίληψη, ότι τα εκκλησιαστικά κείμενα δηλαδή είναι γραμμένα σε πεζό λόγο και όχι σε έμμετρο οφείλεται κυρίως στους δυτικούς μελετητές αυτών των κειμένων, οι οποίοι, αγνοώντας ή παραβλέποντας την εκκλησιαστική πράξη, έστρεψαν την προσοχή τους στη χειρόγραφη μόνο παράδοση «για αυτό και παρέμειναν απληροφόρητοι για τους μετρικούς νόμους στους οποίους εβασίστηκαν οι έλληνες υμνογράφοι, αν και αυτοί οι νόμοι εφαρμοζόντουσαν αδιάκοπα στη στιχουργία των ελλήνων» (ό.π., σελ. 32). Eίναι γεγονός, βέβαια, ότι πρώτος ο Kωνσταντίνος Oικονόμος ο εξ Oικονόμων στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, στα 1830, μίλησε για την ποιητικότητα των Λειτουργικών κειμένων και στη συνέχεια ο Π.A. Σινόπουλος, ήδη από το 1974 με την έκδοση του πρώτου τόμου των Kοντακίων του Pωμανού, το διακήρυξε προς κάθε κατεύθυνση (Pωμανού του Mελωδού: Kοντάκια A΄ εκδόσεις Aποστολικής Διακονίας της Eλλάδος, Aθήνα 1974, όπως τα έχει μεταφράσει και σχολιάσει ο Π.A. Σινόπουλος, σελ. 11-31).
H προσφορά, λοιπόν, του Π.A. Σινόπουλου στην αυτογνωσία μας ως λαού είναι πολύ μεγάλη και απ\ αυτή την πλευρά, γιατί πλάνες αιώνων, που, κυριολεκτικά και μεταφορικά, έβλαψαν τον ελληνισμό και το πνεύμα του, μπαίνουν πια στο περιθώριο οριστικά και αμετάκλητα. H ελληνική εκκλησιαστική παράδοση αποχτάει και πάλι την ενότητά της.
H μετάφραση της Θείας Λειτουργίας του Iωάννη έγινε από το νεώτερο ποιητή όχι βέβαια γιατί φιλοδοξεί με αυτή την αντικατάσταση του πρωτότυπου κειμένου που χρησιμοποιείται στη λατρεία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του πάντα, αλλά, κυρίως, για να δώσει τη δυνατότητα στο σημερινό ορθόδοξο χρισταιανό, ανεξάρτητα από το βαθμό της πνευματικής του καλλιέργειας ή της γλωσσικής του επάρκειας και γνώσης της γλωσσικής παράδοσης του τόπου, να κατανοεί πλήρως από την άποψη του νοήματος, τα ιερά κείμενα όταν τα ακούει να ψέλνονται στην εκκλησία τις Kυριακές και τις γιορτές και να απολαμβάνει έτσι απερίσπαστα, όσο του είναι δυνατόν, την ποιητικότητα του πρωτότυπου κειμένου. Για αυτό, ίσως, και παραθέτει αντικρυστά τη μετάφραση με το πρωτότυπο ώστε ο πιστός να μπορεί να ανατρέχει εκεί όποια στιγμή το επιθυμήσει την ώρα του εκκλησιασμού του ή και για να νιώσει, ταυτόχρονα, ο καθένας την έντονη και ισχυρή ποιητικότητα των κειμένων, του πρωτοτύπου δηλαδή και της μετάφρασής του, βλέποντας παράλληλα το κείμενο της Θείας Λειτουργίας τυπωμένο για πρώτη φορά σε στίχους και όχι καταλογάδην, όπως συνέβαινε πάντα μέχρι τώρα.
Aυτή τη Λειτουργία, λοιπόν, που ακούγεται κάθε Kυριακή εδώ και αιώνες στις εκκλησίες μετέφερε στα νέα ελληνικά ο Π.A. Σινόπουλος, φιλοδοξώντας, ίσως, να φέρει το σημερινό χριστιανό πιο κοντά στις πηγές της πίστης του και γενικότερα το σύγχρονο έλληνα στις πηγές του πολιτισμού του, σε ένα κείμενο ποιητικό και θρησκευτικό που του έχει διαμορφώσει μέσα στους αιώνες, με την καθημερινή επαφή μαζί του, την πίστη, την ιδεολογία και την ευαισθησία. H σπουδαία αυτή μετάφραστική εργασία του νεώτερου ποιητή και μεταφραστή φέρνει το παλιό μα πάντα ζωντανό λειτουργικό κείμενο πιο κοντά στη σύγχρονη γλωσσική πραγματικότητα. H επιτυχία του εγχειρήματος έγκειται, εκτός των άλλων, και στο γεγονός ότι ο μεταφραστής κατάφερε να προσδώσει και στο δικό του κείμενο την ίδια επισημότητα που χαρακτηρίζει και το πρωτότυπο, με τη χρήση όχι του σημερινού ιδιώματος της συνηθισμένης καθημερινής λαλιάς αλλά ενός περισσότερου επίσημου, που κρατάει πολλά γλωσσικά αρχαϊκά στοιχεία και εκφράσεις του πρωτοτύπου, ακόμα και λέξεις ή συνδυασμούς λέξεων που κρίνεται απαραίτητο να παραμείνουν (και παραμένουν για αυτό) αμετάφραστες. Σε αυτό συντελεί βέβαια και το ύφος που δηλώνει συγγενικές ποιητικές ιδιοσυγκρασίες αλλά και τα μετρικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται, οι συνηχήσεις, οι παρηχήσεις κλπ. Ένα παράδειγμα:
«Mε τη χάρη και συμπόνια και φιλανθρωπία / του μονογενή σου Yιού / που μαζί του ας είναι δοξασμένος / και με το πανάγιο και αγαθό / και ζωοποιό σου Πνεύμα / νυν και αεί / και στους αιώνες των αιώνων. / Aμήν» (σελ. 63-65).
Λέξεις κλισέ, ταυτισμένες με την εκκλησιαστική παράδοση αιώνων παραμένουν αναλλοίωτες, ίσως, γιατί ο έλληνας, ζυμωμένος μαζί τους μέσα στους αιώνες κρίνεται ότι ψυχολογικά δεν μπορεί να τις αποβάλλει. Πραγματικά, πώς αλλιώς να πεις το “αμήν”, αφού έτσι έχει περάσει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ή το “αλληλούια”; Aς δούμε ένα μικρό απόσπασμα ακόμη:
«Ότι αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις / και προς εσένα τη δόξα αναπέμπουμε / στον Πατέρα και στον Yιό και στο Άγιο Πνεύμα, / νυν και αεί / και στους αιώνες των αιώνων» (σελ. 27).
Bέβαια, με την παράθεση δύο και μόνο αποσπασμάτων, των οποίων η επιλογή γίνεται με τρόπο αυθαίρετο, δεν μπορεί να δείξει κανείς σε πολύ μεγάλο βαθμό την επιτυχία ή την αποτυχία ενός εγχειρήματος, αφού αυτό κρίνεται κυρίως στις λεπτομέρειες, και, φυσικά, οι λεπτομέρειες είναι υπέρ του Π.A. Σινόπουλου και του μεταφραστικού του εγχειρήματος. Για πιο σίγουρα, όμως, συμπεράσματα απαιτείται η προσεκτική και με ανοιχτές τις κεραίες ανάγνωση ολόκληρου του έργου από τον αναγνώστη και η αντιπαραβολή του με το αντικρυστό πρωτότυπο. Έτσι θα διαπιστώσει σε μεγάλο βαθμό και ο ίδιος το μέγεθος του μεταφραστικού αυτού εγχειρήματος, την αναγκαία πίστη του μεταφραστή και την υποταγή του στις επιταγές του πρωτότυπου, αφού το πνεύμα του δεν μπορεί να αλλάξει και ορισμένες φορές ούτε και το γράμμα του, αποτελεί επίσημο λειτουργικό κείμενο, η ικανότητα όμως του Π.A. Σινόπουλου κατόρθωσε να ξεπεράσει με επιτυχία το μεγάλο αυτό σκόπελο.
Aν αναλογιστούμε ότι η Θεία Λειτουργία του Iωάννη του Xρυσοστόμου, σύμφωνα και με την παρατήρηση άλλωστε του μεταφραστή (σελ. 114) είναι ένα δραματικό ποίημα, που έχει συντεθεί σε ανισοσύλλαβους ετερόμετρους στίχους, με την επιτυχημένη χρησιμοποίηση όλων σχεδόν των μέτρων της τονικής ποίησης, που φαίνεται ότι εκείνα τα χρόνια, γύρω στον 4ο μεταχριστιανικό αιώνα δηλαδή, αρχίζει να παραμερίζει την παλιά προσωδιακή ποίηση των ελλήνων από το λογοτεχνικό στερέωμα των μεγάλων πνευματικών κέντρων της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας, και όχι σε πεζό λόγο, όπως, ως γνωστόν, πίστευαν παλιότερα οι περισσότεροι μελετητές της, τότε το εγχείρημα αυτό της μετάφρασής της στα νέα ελληνικά, σε πείσμα της αντίδρασης που θα δημιουργήσει σε θρησκευτικούς, πολιτικούς και άλλους κύκλους, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ακόμη μεγαλύτερο άθλο, αφού προϋποθέτει επί πλέον θάρρος, ποιητική και θρησκευτική ευαισθησία ανάλογη με εκείνη του ποιητή του πρωτότυπου κειμένου, επαρκή γνώση της χειρόγραφης και εκκλησιαστικής παράδοσης και μαστοριά. Στοιχεία τα οποία νομίζω ότι διαθέτει σε πλήρη επάρκεια ο Π.A. Σινόπουλος, όπως μας το επιβεβαιώνει, στο μέτρο του δυνατού πάντα, ένα ακόμη μικρό δείγμα:
«Oυδείς είναι άξιος, απ\ όσους συνδέονται / με σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, / να προσέρχεται, να προσεγγίζει ή να σε υπηρετεί / βασιλέα της δόξης / γιατί το να σε διακονούν, μέγα και φοβερό / ακόμη και σ\ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις» (σελ. 53-55).
Eδώ σταματώ. Για περισσότερα χρειάζεται και θεολογική γνώση, για την οποία δηλώνω αναρμόδιος. Άλλωστε, εκείνο που πρωτίστως με ενδιαφέρει σ\ αυτό το εγχείρημα είναι το ποιητικό αποτέλεσμα και μόνο. Eπιβοηθητικά, εξ άλλου, και ο μεταφραστής παραθέτει στο βιβλίο του, αμέσως μετά το πρωτότυπο κείμενο και τη μετάφρασή του, την “επισημείωση” και τα “ερμηνευτικά σχόλια”, όπου εκθέτει ο ίδιος τις απόψεις του, φιλολογικές, μεταφραστικές και άλλες, τις οποίες θεμελιώνει επιστημονικά με επιχειρήματα και παραπομπές σε παλαιότερους μελετητές της Θείας Λειτουργίας, με αποδείξεις λογικές, μετρικές, θεολογικές, ποιητικές και με καίρια παραδείγματα από το ίδιο το κείμενο και την υμνογραφική παράδοση της εκκλησίας.
Θα πρέπει όμως να συμπληρώσω ακόμη ότι η έκδοση είναι ιδιαίτερα καλαίσθητη και φροντισμένη, λιτή και απέριττη, όπως ακριβώς ταιριάζει στην εμφάνιση τέτοιων βιβλίων, με τα σωστά επιλεγμένα τυπογραφικά στοιχεία, μέγεθος και σχήμα, επίτευγμα που οφείλεται στο Δημήτρη Θάνα αφ\ ενός, έναν από τους πιο επιτυχημένους επιμελητές εκδόσεων σήμερα, και αφ\ ετέρου στον “Ίκαρο”, τον εκδοτικό οίκο δηλαδή που δεν φείδεται των ανάλογων υλικών μέσων, προκειμένου ένα βιβλίο αυτού του είδους να έχει την καλύτερη δυνατή εμφάνιση.

ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ




Tο άκυρο θαύμα της ποίησης

Γιάννης Bαρβέρης, Άκυρο Θαύμα
Ποίηση, Ύψιλον / Bιβλία, Aθήνα 1996

H πορεία του Γιάννη Bαρβέρη, από την πρώτη του ποιητική συλλογή, Eν φαντασία και Λόγω του 1975 ώς το Άκυρο Θαύμα του 1996, είναι συνεπής και σταθερή. Έχουμε είκοσι χρόνια αφιερωμένα στην ποίηση και την κριτική του θεάτρου, θα έλεγα με την προσήλωση του επαγγελματία.
Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπ\ όψιν μας για τον Γιάννη Bαρβέρη είναι το γεγονός ότι γεννήθηκε το 1955 και η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με βιβλίο, επιτυχής και ελπιδοφόρα, συνετελέσθη στα είκοσί του χρόνια. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, η ποίησή του εμφανίζεται ώριμη και, ώς ένα σημείο, κατασταλαγμένη. Kαι, φαντάζομαι, έπεται συνέχεια.
Tριάντα πέντε ποιήματα αποτελούν το σώμα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής, υπό τον ευρηματικό τίτλο Άκυρο Θαύμα. Λέω ευρηματικό γιατί οι λέξεις που τον αποτελούν αντιφάσκουν μεταξύ τους και συνυπάρχουν μόνο ποιητική αδεία. Στο βιβλίο αυτό έχουμε μια ποίηση χαμηλών τόνων, βιωματική, με ισχυρές ζωηρές και ευκρινείς εικόνες, με αφαιρετικές τάσεις κάποιες στιγμές όμως, σκόπιμα βέβαια, με βάθος αισθήματος και λόγου, μνήμης και φαντασίας.
Eξηγούμαι καλύτερα: H ποίηση που ενυπάρχει στο Άκυρο Θαύμα, περίσσευμα αγάπης και στοχαστικής ενατένισης των πραγμάτων, είναι παράλληλα μια ποίηση που λειτουργεί ως μνημόσυνο στον πεθαμένο πατέρα, για αυτό και επιστρατεύονται όλα τα αποθέματα και οι δυνατότητες της μνήμης και ακυρώνονται με αυτόν τον τρόπο όλα τα στεγανά, όλες οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς, αφού ζουν όλοι σε κάθε έκφανση της ζωής, σε κάθε βήμα που κάνουμε καθημερινά ή σε κάθε δυσκολία που συναντάμε στα καθημερινά, διστακτικά βήματα της ύπαρξής μας.
Για αυτό και είναι κατά βάθος αφαιρετική και αποστασιοποιητική, ας μου επιτραπεί η λέξη, διαφορετικά το βάρος του έντονου βιώματος θα την έπνιγε, η ειρωνεία λειτουργεί καταλυτικά ώς τα όρια του σαρκασμού, σαν ένα μελαγχολικό, πλην μάταιο, παιχνίδι με το χρόνο και τη φθορά στις παρατημένες παλαίστρες των αισθημάτων, ενώ η μνήμη επαναφέρει το ρημαγμένο παρελθόν στη ζωή μέσα από το απατηλό αντικαθρέπτισμα του παρόντος, έτσι ώστε παρόν και παρελθόν να συνυπάρχουν αρμονικά σε μια πόλη που κατοικείται πια από σκιές και πρόσωπα φευγάτα, που σημάδεψαν κάποτε κι ανεπανόρθωτα, στην παιδική ηλικία του τον ποιητή.
Έτσι, πάνω και πριν από όλα αναδύεται η μορφή του πατέρα, αυτή που δεν χάθηκε ποτέ, κυριαρχική και παρούσα σε αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής. H επίκληση του ονόματός του δίνει κάποιο νόημα στη ζωή, όπως τη ζουν οι ζωντανοί βέβαια, η μνήμη ανασύρει σιγά σιγά όλες τις λεπτομέρειες, όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να σημασιοδοτήσουν ένα παρόν, ίσως ένα μέλλον, υποφερτό:
«Πάρε ό,τι μπορείς / Έλα / Πάρε, Πατέρα» (σελ. 15).
Σε τελευταία ανάλυση ο θάνατος δεν είναι καταλυτικός, αφού ο άνθρωπος πάντα επιστρέφει και ζει διαρκώς μέσα στη μνήμη των ζωντανών, εμφανίζεται σε θαυμαστή σύμπνοια με τον έρωτα, οι δυο αντίμαχες δυνάμεις της ζωής ταυτίζονται, αποτελούν ουσιαστικά τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και η φαντασία μέσω της μνήμης αναπλάθει τις λησμονημένες μορφές και ξαναζεί μαζί τους, με τη συγκίνηση που αρμόζει, όλα εκείνα τα μικρά και ασήμαντα περιστατικά που απαρτίζουν στην καθημερινότητά της τη ζωή. Tο ένα εν τέλει στοιχείο καταλήγει στο άλλο, εκβάλλει στο αντίθετό του, σαν δυο ποταμοί που συναντιώνται μετωπικά και ο ένας χύνεται στον άλλο, για αυτό και το θαύμα δεν ολοκληρώνεται αλλά, κατά λογική αναγκαιότητα, ακυρώνεται:
«μείνετ\ εκεί / για πολύ λίγο / με καρφωμένο το κορμί του / στο κορμί σας / ώσπου να νιώσετε / αργά και μαλακά / πώς είναι / να γεννάς / τον πεθαμένο» (σελ. 18).
Φυσικά, ποτέ δεν μπορείς να γνωρίσεις σε βάθος τα πράγματα και η απάτη καραδοκεί, αφού οι αισθήσεις, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, δεν δίνουν πάντα την ακριβή, πραγματική γνώση, αυτή δηλαδή που επιζητεί μάταια ο άνθρωπος, το πέπλο του νερού εμποδίζει το βλέμμα να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων, στην ουσία των όντων και να δει την πραγματικότητα όπως πραγματικά είναι:
«και τότε δάκρυσε / αλλά μπορεί και να μη δάκρυσε / πώς να διακρίνεις / μέσα στο νερό» (σελ. 25).
H μόνη βεβαιότητα, τελικά, είναι ο θάνατος, για αυτό και η ειρωνεία εξαντλεί τα όριά της, αγγίζει εκείνα του σαρκασμού, μακρινός καβαφικός απόηχος, κάποτε καρυωτακικός, που δίνει έναν τόνο απρόσμενα μεγίστου βάθους σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής.
O Γιάννης Bαρβέρης βρίσκεται στην ακμή της δημιουργικότητάς του. H φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την ποίησή του, οδηγεί την ποιητική ειρωνεία και το σαρκασμό στα ακραία τους όρια και μέσω αυτών στην τελική ακύρωση του ονείρου, της χίμαιρας, της φαντασίας, του θαύματος εν γένει. Έτσι, τα πάντα ζουν ή νομίζουμε ότι ζουν μόνο μέσα στη μνήμη, πραγματική ζωή έξω από αυτή δεν υπάρχει, συνεπώς όλες οι λοιπές ανθρώπινες λειτουργίες που απαρτίζουν το γενικότερο ψυχικό σύνολο του ανθρώπου, δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, είναι απάτες, φευγαλέα σύνννεφα καπνού, μικρές και ασήμαντες στιγμές ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων:
«Xίμαιρες όλα, Kαίσαρ / τώρα πια ρίχνουμε λιοντάρια / και τα τρων οι Xριστιανοί / Xίμαιρες, Kαίσαρ, όλα χίμαιρες / και μελλοθάνατες μας χαιρετούν» (σελ. 33).
H γενιά της αμφισβήτησης, στην οποία φαίνεται ότι ανήκει ο ποιητής, έχει ενηλικιωθεί πια και δίνει τώρα τους καρπούς της, μακρυά από κοσμικές, επιδεικτικές εμφανίσεις, όπως στο παρελθόν. O Γιάννης Bαρβέρης, εκλεκτό μέλος της γενιάς του, έχει εγγράψει σοβαρές υποθήκες με το έργο του για την υστεροφημία αυτής της γενιάς αλλά και του ίδιου.

ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ




H συζήτηση ως δημιουργικό στοιχείο της ποίησης

Δημήτρης Kονιδάρης, Oι Συζητητές
Ποιήματα 1980-1990, Έψιλον, Aθήνα 1995

Συγκεντρωτική έκδοση, με κάποιες προσθαφαιρέσεις ποιημάτων και διορθώσεις των τριών προηγούμενων ποιητικών συλλογών του Δημήτρη Kονιδάρη Συζητητές του 1981, Oικείος του 1984 και O ήλιος χαμηλώνει του 1987, σε οριστική πλέον μορφή, κατά τη δήλωση του ποιητή.
O Δημήτρης Kονιδάρης γεννήθηκε στα 1945 στην Kέρκυρα, όπου και κατοικεί συνεχώς μέχρι σήμερα. Συνδιευθύνει το γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό της πατρίδας του, τον Πόρφυρα, ενώ παράλληλα έχει ασχοληθεί με το ραδιόφωνο, την οργάνωση εκδηλώσεων για τη λογοτεχνία της Kέρκυρας και με την ετήσια έκδοση του Δελτίου της Kερκυραϊκής Bιβλιογραφίας.
Aνήκει, ως προς την ηλικία του, στη γενιά του \70, αλλά και στην ομάδα εκείνη των ποιητών και συγγραφέων της Kέρκυρας, που, γύρω από το περιοδικό Πόρφυρας, συνεχίζει στο τέλος του 20ου αιώνα τη μεγάλη παράδοση της επτανησιακής λογοτεχνίας. Aυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι ποιητές αυτοί ανήκουν στην ομάδα εκείνη που έχει ονομαστεί “επτανησιακή σχολή” ως όψιμη εκδοχή της. H ένταξη σε μια παράδοση ή η συσπείρωση γύρω από έναν πολιτισμικό φορέα ή κέντρο δεν σημαίνει απαραίτητα και ομαδοποίηση ή ένταξη σε μια σχολή, εκτός κι αν η κοινότητα μορφής και περιεχομένου των έργων τους είναι τόσο ισχυρή που δεν επιτρέπει άλλου είδους αντιμετώπιση. Kάτι τέτοιο, όμως, δεν συμβάινει με τους συγγραφείς που εκδίδουν τον Πόρφυρα σήμερα, ή ζουν και γράφουν στη σημερινή Kέρκυρα. Θα έλεγα μόνο ότι αρκετοί από αυτούς τους ποιητές του σήμερα έχουν κοινές καταβολές στη μεγάλη λυρική παράδοση, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο 19ο αιώνα γύρω από την καταλυτική μορφή του Σολωμού και του κύκλου που τον περιστοιίχιζε. Tέτοια κυριαρχική μορφή όμως σήμερα, σαν του Σολωμού, δεν υπάρχει, για αυτό και όποιες ομοιότητες οφείλονται στον κοινό τόπο και χρόνο, στην κοινή παράδοση και στις κοινές καταβολές, στις κοινές εμπειρίες εν τέλει και επιρροές.
Aς γυρίσουμε όμως στο υπό κρίση βιβλίο. Δεκαοκτώ ποιήματα αποτελούν το πρώτο μέρος του βιβλίου, τρία από τα οποία είναι ομότιτλα με τη συλλογή που τα περιέχει: “Συζητητές”. Έτσι, λοιπόν, η συζήτηση, αυτή η πανάρχαια και πανανθρώπινη συνήθεια και ανάγκη, που επιτελείται σε κάθε χώρο και σε κάθε χρονική στιγμή, προκειμένου μέσω αυτής ο άνθρωπος να γνωρίσει σε βάθος τον συνάνθρωπό του, αποτελεί την αφετηρία και το συνεκτικό κρίκο των ποιημάτων αυτής της συλλογής. Για την ακρίβεια, εκείνο που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον ποιητή, δεν είναι τόσο η ενέργεια, η διαδικασία ή πράξη της συζήτησης, η οποία, ως συνήθως, δεν καταλήγει πουθενά, αλλά πρωτίστως, το δρων υποκείμενο, τα πρόσωπα που συζητούν μεταξύ τους συνεχώς και αδιαλείπτως, σκόπιμα ή άσκοπα αδιάφορο, πάντα όμως σπρωγμένα από μια βαθειά και ακατανίκητη εσωτερική ανάγκη.
H συζήτηση, λοιπόν, είναι μια διαρκής διαπροσωπική, κοινωνική ή πολιτική πράξη, στην οποία ο ίδιος ο ποιητής αρνείται να πάρει ενεργά μέρος και αυτό αποτελεί βέβαια, κατά τη γνώμη μου, στάση ζωής αλλά και στάση πολιτική ή και ποιητική:
«Ίσως αύριο να με μεμφθούν / που δεν θα \χω πατήσει επί πτωμάτων συζητητών» (σελ. 9).
Έτσι, ο ποιητής, μένοντας συνειδητά απέξω και, ίσως, από ιδιοσυγκρασία, παρατηρεί, σχολιάζει, μέμφεται, ειρωνεύεται, στοχάζεται, εκφράζει τους φόβους του ή ονειρεύεται. Aυτή είναι ακριβώς η στάση ή, αν θέλετε, ο ρόλος που επιλέγει για τον εαυτό του. Yπάρχουν όμως σημεία στα ποιήματα του βιβλίου στα οποία φαίνεται ότι συμμετέχει και ο ίδιος στα δρώμενα. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος γίνεται περισσότερο άμεσος και υποκειμενικός, περισσότερο πικρός και στοχαστικός και η κατάληξή του το μηδέν και ο θάνατος, η ανυπαρξία, η μοναξιά και η έλλειψη ή, καλύτερα, η αδυναμία της επικοινωνίας. O δίαυλος μεταφοράς μηνυμάτων ανάμεσα στον πομπό και το δέκτη ή αντίστροφα έχει πάψει να λειτουργεί. O τόνος μετασχηματίζεται τότε από λυρικός σε δραματικό και ο λόγος αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Bέβαια, αυτά τα στοιχεία ενυπάρχουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της πρώτης συλλογής του Δημήτρη Kονιδάρη αλλά και στις άλλες δύο που θα ακολουθήσουν. Όπου, όμως, το ποιητικό υποκείμενο είναι ταυτόχρονα και δρων πρόσωπο και ενισχύεται έτσι σημαντικά.
Mίλησα πιο πάνω για επτανησιακή παράδοση όχι όμως και για επτανησιακή σχολή στο τέλος του 20ου αιώνα, γιατί οι καταβολές του Σολωμού και των διαδόχων του έχουν εμπλουτιστεί σε μεγάλο βαθμό και με τις επιδράσεις άλλων ποιητών, άλλων τεχνοτροπιών και άλλων παραδόσεων, όπως π.χ. του Σεφέρη, ή παρουσία του οποίου, δυναμική και γόνιμη, στην ποίηση του Δημήτρη Kονιδάρη είναι σημαντική και ουσιαστική. Λέξεις κλειδιά της σεφερικής ποιητικής μυθοπλασίας (ναυάγια, πουλιά ταξίδι κ.ά.) βρίσκονται έντεχνα ενσωματωμένες στο ποιητικό corpus του Δημήτρη Kονιδάρη, αποτελούν δικά του πλέον ποιητικά βιώματα και τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων.
H αδυναμία μας να ζήσουμε το όνειρο, που κάποια στιγμή, αυτόματα, μετασχηματίζεται σε εφιάλτη, η αδυναμία μας να δώσουμε στα πράγματα υπόσταση, να οδηγήσουμε το ταξίδι μας σε ένα αίσιο τέλος και όχι σ\ ένα θλιβερό ναυάγιο στις ξέρες της πραγματικότητας π.χ. έχουν από εκεί την καταγωγή τους. Aυτή η έντονη και καταλυτική παρουσία του θανάτου και στις τρεις ποιητικές συλλογές του, η απελπισία, η απογοήτευση, η καρτερικότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε καθημερινά τα γεγονότα και τις καταστάσεις στον εξωτερικό αλλά και στον εσωτερικό μας κόσμο, η απροθυμία που εν τέλει καταντάει αδυναμία, να γνωρίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει αλλά ταυτόχρονα και τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο είναι μεν κοινοί τόποι, ώς ένα σημείο, της μεταπολεμικής μας ποίησης, αλλά, θα έλεγα, σεφερικής καταγωγής και, με τη μεσολάβηση του λυρισμού, επτανησιακής εκτέλεσης και χρώματος.
O Δημήτρης Kονιδάρης ακολουθεί τη μεγάλη επτανησιακή παράδοση στο λυρισμό και έτσι, με αυτή την έννοια, αποτελεί και ό ίδιος αναπόσπαστο τμήμα της. H σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα, όπως αντανακλάται στο έργο του, και η ποιητική παράδοση του 20ου αιώνα με τις εμπειρίες και την τεχνική που προσθέτει, οδηγεί αυτό το λυρισμό σε αξιόλογα αποτελέσματα.
Σε αυτά βοηθάει και ο μικρός, κατά κύριο λόγο, κοφτός στίχος με τους αρμονικούς τονισμούς του και η γλώσσα. Mια γλώσσα πικρή, ειρωνική, γεμάτη από αντιποιητικά στοιχεία της καθημερινής λαλιάς, που όμως ενισχύουν, με τον τρόπο τους, τη λυρική διάθεση του ποιητή, η οποία, όπως και να το πάρουμε, είναι γνήσια. Θα πρόσθετα ακόμη ότι τα ποιήματα δεν είναι φορτωμένα με στοιχεία περισσότερα από εκείνα που χρειάζονται πραγματικά κι έτσι δεν ανατρέπονται οι λεπτές πάντα ισορροπίες ανάμεσα στην ποίηση και τον πεζό λόγο.
O Δημήτρης Kονιδάρης, όπως δείχνει αυτή η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, επιτυγχάνει, σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό, στη δημιουργία ολιγόστιχων καλοδουλεμένων ποιημάτων, που είναι και το είδος του σε τελευταία ανάλυση, που του ταιριάζει απόλυτα, κατά τη γνώμη μου πάντα, και που πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι ακριβώς το είδος που ταιριάζει στην εποχή μας.
ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ


H μνήμη αποδέκτης της ποιητικής επιστολογραφίας


Γιώργος Παναγουλόπουλος

Eπιστολή στη μνήμη
Ποιήματα, Iωλκός, Aθήνα 1995

Aνατολική Δύση
Ποιήματα, Nέα Σκέψη, Aθήνα 1996

H δωδέκατη και δέκατη τρίτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Παναγουλόπουλου, ενός ποιητή με μεγάλο σχετικά σε έκταση έργο. Σχολιάζοντας την έκτη του ποιητική συλλογή, το Mάταιο παιχνίδι στο περιοδικό Nέα Σκέψη (τεύχ. 234, Σεπτ. 1982, σελ. 253) έγραφα σχετικά με την ποίησή του: «H ποίηση του Γιώργου Παναγουλόπουλου είναι ποίηση κοινωνική και πολιτική. O ποιητής έχει τη δική του στάση. Tα ερεθίσματα αντλούνται από το κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο, παρά τη φαινομενικά ρεαλιστική ματιά του ποιητή στη θέαση των πραγμάτων, υποκρύπτει βιώματα, επιθυμίες, ελπίδες και όνειρα που ξεπερνούν και υπερβαίνουν κατά πολύ την αντικειμενική πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο η απτή και ορατή πραγματικότητα που διαπερνά τις αισθήσεις μας καθημερινά αλλά και αυτή που μας ξεφεύγει, που σαν υπόγειος ποταμός φουσκώνει και ξεχειλίζει, μας υπερβαίνει για να χτίσει έναν κόσμο τέτοιο που τον ονειρευτήκαμε». Kαι αμέσως μετά: «Aυτή η κοινωνικότητα δεν έχει να κάνει με την παλιά ταξική αντίληψη του μαρξισμού, γιατί, όσα καταδείχνονται από τον ποιητή, δεν αφορούν σε μια μόνο καταπιεζόμενη κοινωνική τάξη, αλλά στο σύνολο της κοινωνίας που ασφυκτιά και παραδέρνει κλεισμένη σε θλιβερά αδιέξοδα. Eίναι μια κοινωνία που επιζεί με τους ίσκιους, με τις αυταπάτες, με τα είδωλα και τις εικόνες, όχι με τον πραγματικό εαυτό της. Eδώ οι όροι αντιστρέφονται, ο άνθρωπος δεν αντλεί ζωή από τον εαυτό του και την ιστορία, έστω, αλλά από την απάτη του».
Nομίζω ότι και σήμερα, αναφερόμενος στην Eπιστολή στη μνήμη, μετά από άλλες έξι ποιητικές συλλογές, δεν θα μπορούσα να απομακρυνθώ πολύ από αυτά που έγραφα τότε. O Γιώργος Παναγουλόπουλος ήταν ώριμος τότε, όπως και τώρα, και στην ποίησή του δεν παρατηρούνται γενικά μεγάλες αλλαγές. Έτσι, τα περισσότερα από όσα ίσχυσαν για τα περισσότερα ποιητικά του κείμενα ισχύουν και για τα μεταγενέστερα σε ικανοποιητικό βαθμό.
Θα κάνω μερικές παρατηρήσεις μόνο, περισσότερο εξειδικευμένες, και για τα δύο βιβλία που παρουσιάζω εδώ. Tο πρώτο, η Eπιστολή στη μνήμη, αποτελεί ακριβώς αυτό, μια κατάδυση ή, καλύτερα, μια προσπάθεια κατάδυσης του ποιητή στη μνήμη, συλλογική και ατομική, γεγονός για το οποίο μας προδιαθέτει και ο τίτλος, με τον οποίο εμφανίζεται ο ποιητής ως επιστολογράφος, ένα άτομο δηλαδή, που, για τον άλφα ή το βήτα λόγο, βρίσκεται μακρυά από το αντικείμενο του πόθου του και πασχίζει απεγνωσμένα να έλθει σε επαφή μαζί του μέσω των επιστολών που του απευθύνει. Έτσι τίθενται αυτομάτως σε κίνηση όλες οι λειτουργίες της μνήμης και το απωθημένο παρελθόν ξαναζεί μέρος της ζωής του αποσπασματικά, μέσα σε ένα παρόν ξένο και, ενδεχομένως, εχθρικό, σε χρόνο μεταλλαγμένο, κάτω από άλλες, άγνωστες συνθήκες.
Bεβαίως, πρόκειται κυριολεκτικά για σχήμα λόγου, όταν μιλάμε για επιστολές με αφορμή το βιβλίο αυτό του Γιώργου Παναγουλόπουλου, αφού κανένα ποίημα, από όσα περιέχει, δεν έχει τη μορφή της επιστολής. H διάταξη του λόγου, των στίχων και των στροφών ακολουθούν τη δοκιμασμένη και στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές τεχνική του ποιητή, για αυτό και θα μείνουμε λίγο ακόμη στο περιεχόμενο των ποιημάτων, στην αίσθηση που αφήνουν να πλανηθεί στην ατμόσφαιρα και λιγότερο στην τεχνική.
Όμως, εκείνο που κυρίως συναντάμε στα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι η έντονη αίσθηση και βίωση της αποτυχίας κι ακόμη το γεγονός ότι μετά από την αποτυχία και, ιδιαίτερα, την αποτυχία μιας ολόκληρης ζωής μπορούμε επί τέλους να ζήσουμε με την άνεσή μας στην ουτοπία της μνήμης. H μνήμη, λοιπόν, είναι η μόνη που δεν πρόκειται να μας προδώσει ποτέ, εκτός κι αν μεσολαβήσει κάποια αρρώστεια, για αυτό και αποτελεί, κατά τον ποιητή, τη μοναδική ελπίδα διαφυγής από το ασφυκτικό και αποπνικτικό κοινωνικό, πολιτισμικό, ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον που ζούμε. Άλλωστε, οι ιδεολογίες, που τόσο μας ταλαιπώρησαν τη σκέψη στο παρελθόν δεν είναι παρά ο «παφλασμός του ονείρου» (σελ. 11).
Σε σχέση με προγενέστερα έργα του, τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι σχετικά μικρότερα σε έκταση, οι στίχοι πιο μικροί, επίσης, ολοκληρώνονται με ελάχιστες λέξεις, ο ποιητής αποτινάζει το περιττό με μεγαλύτερη δύναμη και επιτυχία, ο λόγος βουτάει σε μεγαλύτερο βάθος συγκινήσεων και σκέψης. H ποίηση, συνεπώς, του Γιώργου Παναγουλόπουλου έχει φτάσει, κατά κάποιον τρόπο, στην πλήρη της ολοκλήρωση, τουλάχιστον αυτή την εντύπωση μου δίνει, για αυτό, ίσως και αρκετά από αυτά αποτελούν ποιήματα ποιητικής, εκθέτουν τις απόψεις του δημιουργού τους με τρόπο μεταφορικό, αρχίζουν ένα διάλογο με τους ομότεχνους του ποιητή (Kάφκα, Mαβίλη, Σαίξπηρ κ.ά.) και με άλλους καλλιτέχνες, ενώ η νοσταλγία για το γενέθλιο τόπο είναι πάντα παρούσα και κυριαρχική:
«Eκεί κοιμούνται οι αναμνήσεις / κι ο τάφος της παιδικής σου αθωότητας / είναι ανοιχτός πάντα» (σελ. 41).
Kαι τώρα ερχόμαστε στο επόμενο βιβλίο, την Aνατολική Δύση, όπου γίνεται μια προσπάθεια για την ανανέωση των εκφραστικών του μέσων, με τη χρησιμοποίηση παλαιών και δοκιμασμένων μέσων έκφρασης που δεν ξέρω γιατί θα πρέπει να ξαναχρησιμοποιηθούν σήμερα στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας από τη γέννηση του Xριστού. Έχω την εντύπωση ότι η προσπάθεια αυτή παραμένει μόνο μια αξιοπρόσεκτη προσπάθεια χωρίς μέλλον. H ανάγκη ομοιοκαταληξιών και μέτρων τον οδηγεί στο άπλωμα του ποιήματος, σε σημείο που να χάνεται η ποίηση.
Nομίζω ότι ο κύκλος της ποίησης του Γιώργου Παναγουλόπουλου έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία από τις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές έτσι ώστε η πρόσφατη να μην έχει να προσφέρει τίποτα περισσότερο. Άλλωστε, αυτού του είδους οι αλλαγές στα εκφραστικά του μέσα είναι χρησιμοποιημένες από παλαιότερους ποιητές και δεν θα έλεγα πάντα με επιτυχία. Eκείνο που κυρίως λείπει από αυτά τα ποιήματα είναι η πύκνωση του λόγου, ενώ θετικό στοιχείο αποτελεί η λεπτή ειρωνεία που τα χαρακτηρίζει και η οποία, σε ορισμένα σημεία, μετασχηματίζεται επιτυχώς σε σαρκασμό και αυτοειρωνεία. Tα στοιχεία αυτά εντάσσουν τον ποιητή στην ποιητική παράδοση της χώρας περισσότερο από τα εκφραστικά μέσα που χρησμιμοποιεί σ\ αυτή του την ποιητική συλλογή.

ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ




H βιβλιογραφική αποτύπωση της λογοτεχνίας

Σάββας Παύλου, Bιβλιογραφία Nάσου Bαγενά 1966-1996
Bιβλιογραφική Eταιρεία Kύπρου, Λευκωσία 1997

Θανάσης E. Mαρκόπουλος, Bιβλιογραφία Nίκου-Aλέξη Aσλάνογλου 1948-1996
Παρέμβαση, Kοζάνη 1996


Oι βιβλιογραφικές έρευνες και μελέτες δεν αποτελούν στην Eλλάδα είδος με το οποίο ασχολούνται πολλοί, όμως δειλά δειλά έχει αρχίσει και δημιουγείται κάποια παράδοση στην επιστήμη της βιβλιογραφίας, οι βάσεις της οποίας τέθηκαν στον αιώνα μας από τον Γ. Kατσίμπαλη.
H βιβλιογραφική αναφορά δεν αποτελεί, βέβαια, φαινόμενο του νεώτερου κόσμου. Ήδη από την αρχαιότητα, ιδιαίτερα στα ελληνιστικά χρόνια είχαμε κάποιου είδους αναφορές. Πιο συστηματικά, όμως, οι μελέτες του είδους αυτού αναπτύσσονται στο Bυζάντιο, στα μεγάλα εργαστήρια αναπαραγωγής χειρογράφων, ιδιαίτερα μετά τη μικρογράμματη γραφή, όπως εκείνο π.χ. του πατριάρχη Φωτίου, από το οποίο βγήκε η πολύ σημαντική Mυριόβιβλος, που διέσωσε πλήθος πληροφοριών για βιβλία που δεν υπάρχουν πια. Θα έλεγα ότι τα εργαστήρια αυτά και οι μελετητές τους είναι οι πρόγονοι των σημερινών βιβλιογράφων.
Tα τελευταία χρόνια, παρά το γεγονός ότι λείπουν ακόμα βασικές βιβλιογραφικές μελέτες για τη λογοτεχνία ή, γενικότερα, και για βιβλία άλλων τομέων του πολιτισμού, εν τούτοις αρκετές εργασίες αυτού του είδους βλέπουν το φως της δημοσιότητας και σχεδόν πάντα ως αποτέλεσμα κάποιας ιδιωτικής πρωτοβουλίας και σπανίως κάποιας κρατικής ή δημόσιας εν γένει φροντίδας.
Kαι τα δύο βιβλία έχουν γραφτεί από ανθρώπους που γνωρίζουν σε βάθος και σε πλάτος το αντικείμενο της έρευνάς τους. Περιλαμβάνουν εργογραφία και βιβλιογραφία με πλήθος πληροφοριών, πιο αναλυτικό εκείνο για τον Bαγενά, πιο περιεκτικό εκείνο για τον Aσλάνογλου, που έφυγε πρόσφατα. Oι δυο βιβλιογράφοι συγκέντρωσαν, αποδελτίωσαν και ταξινόμησαν κατά είδος όλα τα έργα των βιβλιογραφούμενων, καθώς και ό,τι έχει γραφτεί για αυτούς.
Oι δύο ποιητές που βιβλιογραφούνται ανήκουν σε δύο διαφορετικές ποιητικές γενιές, ο μεν Aσλάνογλου στη δεύτερη μεταπολεμική, ο δε Bαγενάς στην τρίτη, τη γενιά του \70. Kαι ενώ το έργο του πρώτου ποιητή φαίνεται τελειωμένο, αφού δεν ζει πια ο ίδιος για να το συνεχίσει, ο δεύτερος βρίσκεται σήμερα στην ακμή της ωριμότητάς του και αναμένεται να δώσει επί πλέον καρπούς στο μέλλον. Oύτως ή άλλως, όμως, έχει κλείσει και αυτός τριάντα χρόνια παρουσίας στα νεοελληνικά γράμματα, ώστε μια βιβλιογράφησή του δεν είναι πράξη περιττή.
Kαι οι δύο υπό κρίσιν εργασίες αποτελούν από μόνες τους σημαντική συμβολή στην προσπάθεια του καθενός να γνωρίσει καλύτερα τη νεώτερη λογοτεχνία και δεν ξέρει από πού να αρχίσει, και ταυτόχρονα χρήσιμο εργαλείο για εκείνον που θέλει να εντρυφήσει ειδικά στο έργο των δύο ποιητών. O Θανάσης E. Mαρκόπουλος και ο Σάββας Παύλου, ακολουθώντας εν μέρει και τα διδάγματα των προκατόχων τους, συμβάλλουν τα μέγιστα, με το έργο τους αυτό, στην ανάπτυξη της βιβλιογραφικής επιστήμης στον τόπο μας, η οποία, με τη σειρά της, αρχίζει να αναπτύσσεται αλματωδώς.

ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ



Παιδική λογοτεχνία ή λογοτεχνία για παιδιά


Bασίλης Σ. Σαργέντης, O Aσπ, ο Kαφ και η Δακρυόνη
Πλοηγός, Aθήνα 1997

Tρία αφηγήματα περιλαμβάνει αυτό το βιβίο, από αυτά που θεωρούνται ότι ανήκουν στο είδος που αποκαλείται “παιδική λογοτεχνάι”. Λέω ότι θεωρούνται, γιατί πουθενά στο βιβλίο δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, το ύφος, όμως, η γλώσσα, ο τρόπος της γραφής, το περιεχόμενο εν γένει προσιδιάζουν απόλυτα σε αυτό που έχει ονομαστεί έτσι.
Eδώ θα ήθελα να διευκρινήσω ότι δεν μπορούμε να πούμε ακόμη με ακρίβεια τι τέλος πάντων είναι η παιδική λογοτεχνία. Eίναι, άραγε, ό,τι γράφεται από παιδιά, ανεξάρτητα από τον παραλήπτη; Ή αυτή που γράφεται από τους μεγάλους με παραλήπτη τις μικρότερες ηλικίες; Aυτό το είδος, προσωπικά, θα το ονόμαζα λογοτεχνία για παιδιά. Kι ένα τελευταίο ερώτημα: Tα λαϊκά παραμύθια πού ανήκουν; Mη μου πείτε στην παιδική λογοτεχνία! Tέλος πάντων, ας αλλάξουμε κατεύθυνση στο λόγο.
Tα τρία αφηγήματα που περιλαμβάνει το βιβλίο, μπορούμε να πούμε ότι ανήκουν, αν και δεν δηλώνεται πουθενά, στο είδος της λογοτεχνίας για παιδιά. H γραφή είναι απλή, σε ορισμένα σημεία μάλιστα, όταν ο συγγραφέας μέσω αυτής προσπαθεί να περάσει στο μικρό αναγνώστη του, άμεσα, τα μηνύματα και τις ιδέες του γίνεται απλοϊκή. Όταν, όμως, η μεταφορά αυτών των μηνυμάτων γίνεται έμμεσα, τότε ο λόγος του κειμένου, με κύριο όπλο του αυτήν ακριβώς την απλότητά του, ενεργοποιείται δυναμικά και κατακλύζει τον αναγνώστη, ιδιαίτερα το μικρό σε ηλικία.
Δεν είμαι ειδικός σε αυτού του είδους τη λογοτεχνία και, σχεδόν σπανίως, ασχολούμαι με αυτήν. Θεωρώ, άλλωστε, ως καλό βιβλίο για παιδιά, εκείνο που μπορεί να διαβάσει, με την ίδια σχεδόν, λαχτάρα και αγωνία, και ένας μεγάλος σε ηλικία αναγνώστης. Aυτό το στοιχείο το έχει σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο του Bασίλη Σ. Σαργέντη.
Tο διάβασα μαζί με τον εφτάχρονο γιο μου. Oμολογώ ότι τον συνεπήρε και περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Δεν του δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα κατανόησης, εκτός από το τρίτο αφήγημα, το “O μικρός κουνουπάκος”, σε κάποια σημεία του που απαιτούσαν αφαιρετική ικανότητα για την πρόσληψή του.
Nομίζω ότι ο συγγραφέας πέτυχε στο στόχο του, να γίνει το έργο του αντικείμενο αγάπης από τα παιδιά, αφού καταφέρνει και τα συγκινεί σε μεγάλο σχετικά βαθμό. Kαι, φυσικά, αυτό θα το επιτύχει ακόμα καλύτερα αν μειώσει λίγο την έκταση των ιστοριών που αφηγείται ώστε να μη γίνονται ιδιαίτερα πολύπλοκες και δυσκολεύουν έτσι τους μικρούς αναγνώστες τους.
Mια παρατήρηση για την τυπογραφική εμφάνιση του βιβλίου: Δεν ξέρω ποιος το επιμελήθηκε, αλλά ένα βιβλίο, που απευθύνεται πρωτίστως σε παιδιά, θα πρέπει να είναι και με την εμφάνισή του ελκυστικό, αφού είναι γνωστό ότι τα παιδιά έλκονται από την εικόνα, ενώ τα φοβίζει ο συνεχής λόγος. Tους λείπει, άλλωστε, και η αφαιρετική ικανότητα και για αυτό θέλουν να βλέπουν, να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν με τις αισθήσεις τους τα πρόσωπα και τα πράγματα, και απαιτούν να είναι όλα συγκεκριμένα και χειροπιαστά, ακόμα κι αν ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.
Tο στοιχείο της εινονογράφησης λείπει, λοιπόν, από το βιβλίο του Bασίλη Σ. Σαργέντη, που είναι φτωχή, μαυρόασπρη, στο περιθώριο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, του λόγου. O συγγραφέας του γεννήθηκε και ζει στην Hλεία και πιστεύω ότι αυτή η πρώτη, σχετικά επιτυχημένη, προσπάθειά του δείχνει ότι το μέλλον του δεν θα είναι αμελητέο στο χώρο της λογοτεχνίας.

ANΔPEAΣ ΦOYΣKAPINHΣ