Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Η Ομήγυρη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Μακρυμαλλούσα κοπελιά το βυζί σου καρτερώ για να πέσει στο νερό. Τα λόγια αυτά τα έλεγε συχνά ο παιδικός μου φίλος, ο Σταύρος, όταν συναναστρεφόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τις τρυφερές κορασίδες με τα δόκανα στα μάτια και το σφάχτη στα νεφρά, προσπαθώντας αυθαδέστατα να τις εντυπωσιάσει. Και πάντοτε, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, προκαλούσε τη γενική θυμηδία και το γέλιο των παρευρισκομένων, σε πείσμα του κοινού μας φίλου, του Βασίλη, τεταρτοετούς της Νομικής τότε, ο οποίος, αφού ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη λατρεία γλυκυφθόγγων ήχων της ασπαιρούσης από τρυφερότητα και ξιπασιά κιθάρας του, ανέμενε με αγωνία και μετά την τοιαύτη έκφραση του Σταύρου λυγμούς σκληρής απελπισίας.
Η χάρη όμως δεν του γινόταν ποτέ. ΄Έτσι, τις στιγμές αυτές της απόρριψης, μη ανεχόμενος άλλες προσβολές έσκυβε το κεφάλι και βωμολοχούσε με θυμό, όπως ακριβώς ο χαμαιλέων τις στιγμές της σπερμογόνου εκρήξεώς του βρωμίζει τα πάντα ενώ η ομήγυρη, περιχαρακωμένη κι αυτή με τη σειρά της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα του σκοτεινού δωματίου και ούσα κατ’ αυτόν τον τρόπο χωρίς δυνάμεις ενδελεχούς αντιστάσεως, ξεσπούσε σε κραυγές επιδοκιμασίας και χαιρόταν από καρδιάς τη λαμπρότητα και τη μεγαλαυχία του Σταύρου και των λόγων που εκστόμιζε συχνά.
Αυτές τις στιγμές παραφύλαγε κρυμμένος στη γωνία του δωματίου και έμπαινε στη μέση ο Ντέμος Καντέμος, μακρινός απόγονος του δρυοκολάπτη της νύχτας Θωμά του Ακυινάτη και κουνώντας τελετουργικά τους όρχεις του, δίκην μεγάλου αυνανιστή τη στιγμή της εκτόξευσης του υπερκαλύπτοντος το χώρο σπέρματός του ουρούσε καθέτως και οριζοντίως μέσα σε δύο μεγάλα μπουκάλια κοκακόλας, τα οποία στη συνέχεια και με χέρι που έτρεμε από τη συγκίνηση και το πάθος που τον διακατείχε σ’ αυτές τις περιστάσεις τα έδινε, τα προσέφερε καλύτερα, με μεγάλη ευγένεια ομολογουμένως, στις λυγερές κορασίδες που παρευρίσκονταν πάντα στις συγκεντρώσεις μας για να δροσιστούν από τον πνιγηρό καύσωνα της ημέρας και καμιά φορά της νύχτας και από τις αλλεπάλληλες εκκενώσεις γέλωτος βαρέος και λιγυφθόγγου.
΄Έτσι τελείωνε κάθε φορά η ομήγυρη και το γεγονός, ίδιο και απαράλλακτο, επαναλαμβανόταν σε τακτά διαστήματα έως ότου ο Σταύρος αναχώρησε για τη θαλασσόβρεκτη πατρίδα του και από τότε δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Κι ακόμη και σήμερα παραμένει εκεί, πιστός στην απόφαση που πήρε την ημέρα που εξαφανίστηκε για πάντα.
Είναι γεγονός ότι μετά την αναχώρηση του Σταύρου κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ξανασυνδέση τη διεσπασμένη συντροφιά παρόλο που η θέση του δεν έμεινε για πολύ κενή γιατί την πήρε ο άρτι αφιχθείς εκ των Αθηναϊκών περιχώρων Τάμης ο μισθοσυντήρητος. Τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ και σιγά σιγά το καταλάβαμε όλοι. Βοήθησε σ’ αυτό και η πτώση της τρισκατάρατης χούντας.
΄Έτσι έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα μία πλευρά της εν Λυσιατρείω διαμονής μου και άπειρες φορές αναλογίζομαι, όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, πόσο άδοξα έφυγε ο μπαγάσας από τη μέση και μετέβη δια παντός στην ξεχασμένη χώρα των Λωτοφάγων, αφού γλίτωσε πρώτα τη σφαγή των τρομερών Κυκλώπων, ως άλλος Οδυσσέας στη μέση της θάλασσας, κορυβαντιών και ηδονιζόμενος σε αλλόκοτες στιγμές διαυγούς εκλάμψεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου