Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Α΄


Ασπρολογούν τα νερά κατεβαίνοντας
Και τα δέντρα λυγίζουν ως κάτω
Μαύρο σκοτάδι πλανιέται παντού
Και ο φόβος
Που παγώνει τα μέλη.


Λωτός η ψυχή μου ανοίγει στο σύμπαν
Τα πόδια στις πέτρες πατούν
Και πληγιάζουν.
Ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Β΄


Εκείνοι που νυχτοπερπατούν
Γνωρίζουν τον κόσμο καλά
Και πασχίζουν μονάχοι της ζωής το ακεραίωμα
Από δύσκολους κι άβατους δρόμους.
Αλεξανδρινοί Αθηναίοι Λονδρέζοι
Λυτρωμένοι από το βάρος της αόριστης σκέψης
Μπορούν και τρομάζουν τον κόσμο καθημερινά
Κι εμείς… Τι τα θες τώρα
Πράγματα που δεν τα μπορείς
Τα συλλογίζεσαι;


Ψυχή μου κρατήσου γερά στις επάλξεις
Κι ώρα την ώρα θ’ αρχίσει ξανά
Το μεγάλο τραγούδι. Μα ως τότε
Γαλήνη στη χώρα των τάφων.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Γ΄


Ραγισμένες καρδιές των ανθρώπων
Και σπίτια λευκά κι ακατοίκητα
Έργο του Εγκέλαδου
Φρικτό και αποτρόπαιο
Στην πολύβουη κάποτε πόλη.


Μπροστά μας το πέλαγος το πράσινο
Ξετυλίγει
Αργά και τελετουργικά
Το κορμί του
Και μέσα μας
Τίποτ’ άλλο σύντροφοι
Από μαύρα τριμμένα λιθάρια
Και κραυγές μυριάδες κραυγές
Ούτε μια λέξη ολόκληρη
Να μας ζεστάνει.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Δ΄


Κατοικίες παλιές
Στο χείλος της αβύσσου
Ψυχές περασμένων καιρών
Πομπές λιτανείες
Τη λαμπάδα κρατάνε σβησμένη.


Λείπει πια ο καιρός
Και φως δεν υπάρχει
Αρκετό
Να τρυπήσει με μια κίνηση μαγική
Το αδιαπέραστο μαύρο σκοτάδι.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ε΄


Δεν υπάρχει παρά μόνο το ανύπαρκτο φέγγος
Κι οι παλιοί θεοί με λακκούβες στα μάτια
Μετρούν την οδό που οδηγεί στο σκοτάδι
Και τη βρίσκουν λειψή
Κι οι νέοι
Δεν μπήκαν ακόμη μπροστά
Να οδηγήσουν τα πλήθη σε πράξεις γενναίες
Κι απαράμιλλες.


Ακανθώδες το πρόβλημα της διαδοχής
Και δυσεπίλυτο
Κι οι δυνάμεις ανύπαρκτες!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΣΤ΄


Μας λείπει το πάθος κι η δύναμη
Και η γνώση δεν έχει το θάρρος της γνώσης .
Ποιος τάχα θα δώσει και πάλι
Το πάθος το θάρρος τη δύναμη
Σε κορμιά τσακισμένα
Απ’ την κούραση τόσων αιώνων ;


Μια φορά το τραβάγαμε μόνοι
Της ζωής το σκοινί
Και κρατάγαμε μόνοι
Το ατέλειωτο σύμπαν στα χέρια μας
Τώρα
Βρώμα και δυσωδία!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ζ΄


Ο χρόνος σταματημένος
Ανάμεσα
Σε δυο μαύρα λιθάρια
Περιμένει
Να φτάσουμε
Πλάι του.


Το βήμα βαρύ μας κουράζει
Και βουλιάζει συνέχεια βουλιάζει!

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Η΄



Πρέπει να βρούμε κάποιο καινούργιο ρολόι
Να μετράει τις ώρες με τάξη και σύστημα
Δίχως τα απροσδιόριστα αγκομαχητά
Μιας κοπιαστικής και ατελείωτης νύχτας
Και χωρίς να κοντανασαίνει βάναυσα τη μέρα.


Έχει ο καιρός γυρίσματα κι ο χρόνος αλλαγές
Που πρέπει να προλάβουμε κάποια στιγμή
Όπως ο καθυστερημένος επιβάτης το τρένο του.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Θ΄



Συνέχεια περιμένουμε, περιμένουμε, περιμένουμε…
Πρέπει να βρούμε κάποτε
Τη φωνή που χρειάζεται
Για να διαμαρτυρηθούμε έντονα και πειστικά
Ή τη ματιά να παρακαλέσουμε
Τον ερχομό της ύστατης ώρας.
Μα ως τότε καλοί μου σύντροφοι
Ας συνεχίσει η αναπνοή μας στον ίδιο ρυθμό
Κι η καρδιά μας ας χτυπάει
Στο ρυθμό της ζωής που καλπάζει μακριά μας.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

Ι΄



Σαν ξεκινήσαμε κάποιο πρωί
Δεν μετρήσαμε
Τις ατελείωτες ώρες της αναμονής
Τις μέρες της φρίκης
Και δώσαμε την καρδιά μας στη χαρά
Λεύτερα κι ασυλλόγιστα.
Το ίδιο αστόχαστα ριχτήκαμε
Κατάμουτρα στο άστρο της μέρας.
Το πύρωμά του λαμπρό
Κατάκαψε τ’ άυλα φτερά μας
Και κάτω
Το πέλαγος το πράσινο
Καραδοκούσε φιλήδονα
Να ρουφήξει τα μαύρα κορμιά μας.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΑ΄



Κορμιά από την κούραση τόσων αιώνων
Και το αδιάκοπο συντρόφιασμα της πέτρας
Δέρμα καμένο από του ήλιου το άγγιγμα
Και παλάμες με ρόζους χοντρούς.
Απέραντος κι ανειρήνευτος πόθος
Να ξαπλώσεις για λίγο στον ίσκιο της μουριάς
Ν’ αγκαλιάσεις τη στιγμή
Της πιο γλυκιάς ευφορίας .
Αιώνες βυθισμένοι στο ακίνητο πέλαγος
Καρτερούμε την ώρα που η αλήθεια γυμνή
Θα διασχίσει τους κάθετους σπόνδυλους
Της ραχοκοκαλιάς μας
Και θα μας δείξει το αύριο
Γυμνό από το χτες.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΒ΄



΄Ηρθαν στιγμές που βλαστήμιες τινάχτηκαν
Κατάμουτρα στο άστρο της μέρας
Που μας θάμπωνε χρόνια και χρόνια
Και τρυπούσε βαθιά τη λιπόσαρκη ύλη.
Τα νεύρα τσακίζαν σε κάθε του τρύπημα
Μα έμενε πάντα ο πόθος για νέα πετάγματα.
Στο μεγάλωμα κάθε στιγμής
Τα πόδια κρατούσαν γερά.
Κι ως τα τώρα κρατήσαμε.

Συμπληγάδες Πέτρες (1978-1981, 1982)

ΙΓ΄



Πότε θάρθει ο καιρός
Να βαδίζει ο καθένας πιο γρήγορα
Στα μεστά περιβόλια του θρύλου;
Θάρθει ποτέ η στιγμή
Που με ανάλαφρο βήμα
Θα πετάξουμε πάνω απ’ τις πέτρες
Τ’ αγκάθια το χώμα που νότισε
Ο ίδρωτας τόσων αιώνων;
Άραγε
Θάρθει ποτέ και για μας;

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Πρελούντιο (1972 - 1979 )

Τα ποιήματα που βρίσκονται σε αυτή την ανάρτηση δεν είναι παρά τα ποιήματα της νεανικής μου συλλογής " Πρελούντιο " που εκδόθηκε στα 1981 από τη " Μορφωτική ΄Ενωση Λεχαινών " " Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ουσιαστικά αποτελούν την πρώτη μου επίσημη εμφάνιση στο χώρο της ποίησης. Βέβαια, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν στα χρόνια που πέρασαν γι' αυτό και θα δει, όποιος έχει το βιβλίο, πολλές διαφορές σε αυτή τη δημοσίευση στο διαδίκτυο. Διαβάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της ανάρτησης και όχι έτσι όπως φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Στον ίδιο αυτό δικτυακό τόπο μπορεί κανείς να διαβάσει και άλλες ποιητικές συλλογές, όπως το βιβλίο " ΄Ερος λυσιμελής και παυσίλυπος ", την ποιητική συλλογή " Νύχτες ", τα εμπνευσμένα από την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου,τη συλλογή " Συμπληγάδες Πέτρες " που θ' ακολουθήσει καθώς και μεμονωμένα ποιήματα μεταγενέστερων συλλογών ώστε να έχει μια πληρέστερη εικόνα της ποίησής μου. Εκ των προτέρων ευχαριστώ τον καθένα που θα διαθέσει ή διέθεσε στο παρελθόν τον πολύτιμο χρόνο του για να ασχοληθεί θετικά ή αρνητικά με τα κείμενά μου.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δοξαστικό της πικρής στιγμής

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μνήμη Αλέκου Παναγούλη


Δεν σε γνώρισα
Παρά από τη σφιγμένη γροθιά της φωτογραφίας
Και του τραγουδιού το κόκκινο τριαντάφυλλο
Από του Mirafiori τα θλιβερά συντρίμμια
Και το μαύρο καπνό της κατάμαυρης πίπας σου
Που σκέπαζε την τηλεόραση μεταθανάτια
Και της καρδιάς μας το φόβο.
Τι να πει κανείς για το πλήθος
Που ξέχασε κιόλας το λόγο της σύναξης;
Τι να πεις όταν βλέπεις τις μέρες
Τη μία να τρέχει ξοπίσω της άλλης
Και τα κίτρινα φύλλα των δέντρων
Να σαπίζουν στις άκρες των δρόμων
Και κανείς δεν τα μαζεύει;
Χιλιάδες, χιλιάδες μπλουζάκια πουλήθηκαν
Χιλιάδες αναμνηστικά ενός ανεξήγητου θανάτου
Μιας αδικαίωτης ζωής.
Το κέρδος βέβαια μεγάλο
Στους στυγνούς κερδοσκόπους του χρέους.
Όπως πάντα!


Να κι εγώ μες στο πλήθος κρυμμένος
Ξεχνώ μια στιγμή και θυμάμαι
Τον αγώνα τα μαρτύρια τις σκληρές αποδράσεις
Την επιμονή
Για την κατάργηση
Της ποινής του θανάτου
Από εκείνον που αντίκρισε το θάνατο τόσες φορές
Και τόσες φορές τον καθρέφτισε
Στις κόρες των μαύρων ματιών του!

Δισταγμός

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Είπε να σηκώσει το κεφάλι κάποια στιγμή
Να δείξει
Το μέγεθος μιας αγανάκτησης δίκαιης
Στις συνεχείς παρεμβάσεις μιας διοίκησης
Διεφθαρμένης ως μέσα βαθιά.
Ας είναι και για μια στιγμή μόνο, σκέφτηκε.
Κοντοστάθηκε λίγο. Τέτοιες σκέψεις
Ανομολόγητες πάντα κλεισμένες
Στο βυθό μιας θάλασσας δακρύων
Θέλουν πυγμή πραγματική και θέληση
Για να λιώσουν το χιόνι που σκεπάζει τα δέντρα το χειμώνα
Ή τέλος πάντων, τέλος πάντων
Μια απόφαση, μια απόφαση
Να οργανώσεις υποτυπωδώς την άθλια ζωή σου.


Πώς ν’ αντέξει κανείς τη σκληρή καταχνιά και το μαύρο σκοτάδι
Χωρίς να κρατάει σφιχτά ένα χέρι
Πώς να νιώσει τον πόνο της ήττας
Χωρίς να λυγίσει στα δύο;
Ή της διάψευσης;


Μια ελπίδα φωλιάζει στο τώρα
Αχνοφαίνεται
Για μια άλλη στιγμή πιο μεγάλη
Που θάρθει κάποια στιγμή αναπάντεχα
Σαν το ανθοφόρο μεθύσι της ΄Ανοιξης
Με το τέλος του πιο άγριου χειμώνα.

Το παρόν και το μέλλον

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Προδότες παντού τριγυρνούν
Και πλανιέται στον κόσμο η άνομη σκέψη τους
Σαν το πράσινο φύλλο του δέντρου
Που σάπισε στα άθλια βαλτόνερα
Το φθινόπωρο.
Χάνονται οι ελπίδες και σβήνουν τα όνειρα
Σαν τ’ αστέρια το χάραμα
Και το αίμα γεμίζει τα χαντάκια ως πάνω
Σαν το άγριο ποτάμι της Δύσης που φούσκωσε
Όταν λιώσαν τα χιόνια την ΄Ανοιξη.


Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο ο πόλεμος
Στα χρόνια του μύθου και της ιστορίας.
Σήμερα κάθε στιγμή.

Ορέστης

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πώς νάβρει κανείς το κουράγιο να κρατήσει στο χέρι
Το ανελέητο λεπίδι την ώρα του χρέους
Και σαν τον Ορέστη
Ντυμένος σα σε γιορτάσι επιφανούς συγγενή
Να κομματιάσει με μίσος αληθινό
Ό,τι πιο βαθύ και γλυκό στην καρδιά του φωλιάζει;
Πώς αλλιώς να φτιαχτούν τα καινούργια μας λόγια
Αν δε βρούνε τη δύναμη νάμπουν
Στα κορμιά που σκοτώνει η νύχτα;
Πώς τα βόλια θα γίνουν καυτά και το δάκρυ φαρμάκι;
Πρέπει τόσα και τόσα ν’ αλλάξουν
Για να δούμε τη μέρα να σέρνει οργισμένη
Τον άγριο και ανυποχώρητο χορό του θανάτου
Και να σειέται το σύμπαν συθέμελα
Κυοφορώντας το σπόρο της νέας ζωής.

Καθημερινό

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Τούτες οι χοντρές σταλαγματιές που δέρνουν ανελέητα τα τζάμια
Τούτος ο κόμπος του αίματος που πάγωσε στην άκρη της φλέβας
Τούτο το δάκρυ που χάραξε βίαια το μάγουλο της κόρης
Είναι κάποιες στιγμές της ζωής που θα μείνουν για πάντα
Στα κλεισμένα υπόγεια της ανθρώπινης μνήμης
Όπου μέρα νύχτα ο άνθρωπος
Σκάβει μονάχος κι ανοίγει κρυφά μονοπάτια
Για του τέλους την έλευση εν χορδαίς και τυμπάνοις.
Σκληρές οι λέξεις
Ψάχνουν να βρουν το χαμένο ρυθμό τους
Συντρίμμια κι οι στίχοι
Χαράγματα πάνω σε κάτασπρα μάρμαρα
Που τα μαύρισε ανεπανόρθωτα
Το ατέλειωτο στοίβαγμα του καυσαέριου
Στα σοκάκια της άμορφης πόλης.
Τι θα μείνει στο τέλος ποιος ξέρει
Στου αιώνα το αιώνιο κάλπασμα
Στις σκληρές καταιγίδες του μέλλοντος
Στις φρικτές σκευωρίες του χρέους;

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Απόσπασμα αυτοβιογραφίας

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Γεννήθηκα
Δίχως τη μόνιμη σκέψη του αύριο
Και τους κρωγμούς του αποτρόπαιου ονείρου
Που φέρνει τη φρίκη στης νύχτας το αρχίνημα
Τον τρόμο και τον πόνο
Κι είπα θα ζήσω
Δίχως υστερόβουλες σκέψεις και λάγνες ματιές
Στων εχθρών τα στρατόπεδα.
Νύχτα τη νύχτα περπάτησα
Με τα πόδια γυμνά κι απροστάτευτα.
Το χώμα νωπό και βουλιάζει
Πού να σταθείς;
Η προσπάθεια μεγάλη κι ατελέσφορη.
Μέρα τη μέρα τραγούδησα
Δίχως γέλιο ή χαρά, είναι αλήθεια
Τη στιγμή που ο άνθρωπος μάχεται σαν Διγενής
Με το μαύρο σκοτάδι
Κι είπα, φτάσαμε ως εδώ, δεν σταματάω
Ώσπου νάβρει το σάπιο κορμί λυτρωμό
Και να ρίξει το βλέμμα ψηλά
Δίχως κρίκους στα χέρια και βάρη στους ώμους.


Στο τέλος… πού ξέρεις… μπορεί
Ακόμη κι αυτό το ποίημα
Να βγει αληθινό!
Και να τελειώσει.

΄Ονειρο

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ένας κόσμος μικρός και πασίχαρος
Χωρίς ντέρτια καημούς και πικρές ιστορίες
Ανασταίνεται σήμερα.
Ήρθε φαίνεται η ώρα που αιώνιο τραγούδι
Με σουραύλια κιθάρες ταμπούρλα και πίπιζες
Τραγουδάει το ανθρώπινο γένος
Μέρα νύχτα χορός και γιορτή
Και δουλειά για να σπάει η μονότονη η πλήξη
Χορός στο χωράφι τραγούδι στη φάμπρικα
Μουσικές μελωδίες στα γραφεία τα λιόχαρα
Μαντινάδες ωδές και μπαλάντες χαρούμενες
Για του έρωτα τη μεγάλη στιγμή και την πρώτη
Σε απόσκια κοντά σε ρυάκια και θάλασσες
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνεται σήμερα
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνει τη νέα ζωή.


Ήταν το όνειρο που είδα μια νύχτα σκληρή
Χωρίς φως φεγγαριού και με ολόπηχτα σκότη
Που πλακώνουν με βία την ψυχή
Καλημέρα καλοί μου ανθρώποι.


Τα όνειρα είναι ωραίο να τα βλέπεις
Και δεν κοστίζουν τίποτα. Το λάθος
Είναι να επιμένεις να βγουν αληθινά. Τότε
Σου ανοίγουν μια τρύπα στην ψυχή
Που δεν κλείνει ποτέ. Μόνο μεγαλώνει
Και σε σκεπάζει ολόκληρο στο τέλος.

Ευτυχία

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η ευτυχία δεν είναι
Παρά λίγα ξερά φύλλα το φθινόπωρο
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Ένα φως στο σκοτάδι μια μικρή
Αναλαμπή κάποια όαση
Με δυο φοίνικες κι ένα πηγάδι
Για να βρουν τη ζωή στην καρδιά της ερήμου
Οι τραχείς οδοιπόροι του ήλιου
Το πικρό χαμόγελο της ΄Ανοιξης
Το γλυκό κοριτσίστικο βλέμμα που υπόσχεται τόσα
Ένας λόγος γλυκός ένα χάδι μια σκέψη
Και υψώνεσαι πάνω από τ’ αγκάθια
Τις πέτρες τα τείχη το δάκρυ.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ζάκυνθος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Λουλούδι μικρό και πασίχαρο
Στου Ιόνιου την άπλα λουσμένο
Περιφρονημένη γωνιά της πατρίδας μου
Καταφύγιο του αγώνα
Στης ζωής το ξαγνάντεμα
Του ποπολάρου κοιτίδα ακριβή
Ζεις
Με την πίκρα τον πόνο τη δόξα
Στους στίχους του Κάλβου και του Σολωμού
Τη ραγισμένη εκκλησιά
Στου Ξενόπουλου τους αψευδείς πίνακες της καθημερινότητας.
Μέρα τη μέρα βαθαίνει ο πόνος
Στο λιόχαρο Ιόνιο
Κι απλώνεται ολούθε
Η χαρά της ζωής
Και ψηλώνει τον άνθρωπο.

Μαίρη Αυγούστα Λη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Στου πόθου τα ξόβεργα πιασμένη
Για του αδελφού τη θερμή την αγκάλη
Ζεις
Υπομένεις
Υποφέρεις
Μαίρη Αυγούστα Λή.
Πόσες οι στιγμές που μπορείς να χαρείς
Του έρωτα τα άδυτα ρίγη
Πόσες οι στιγμές που μπορείς να κορέσεις
Του αδελφού τον ακόρεστο πόθο
Για ό,τι γλυκό κι αποτρόπαιο;
Πόσες οι στιγμές άραγε
Μαίρη Αυγούστα Λή
Που ησυχάζει η ανήσυχη σκέψη
Μακριά από του κόσμου
Τη σκληρή κι ανειρήνευτη πάλη
Και φωλιάζει η αγάπη στο κέντρο της ύπαρξης;
Τούτες τις άδολες ώρες του πάθους
Το ανθρώπινο κτήνος τρομάζει τον άνθρωπο
Κι καρδιά δε χωράει
Παρά μονάχα τον ίσκιο της
Μαίρη Αυγούστα Λή.

Μακάριος Γ΄

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Βαρύ το φορτίο
Κι η Γη μας μικρή
Δεν χωράει
Του μεγάλου νεκρού το κορμί
Κυπαρίσσι πελώριο
Που οι ρίζες του μπήκαν
Βαθιά στην ψυχή του λαού.


Άνθρωπε μίζερε στάσου λιγάκι
Να στοχαστείς τους καημούς και τους πόθους
Της Κύπρου
Το απέραντο πένθος
Που δέρνει μυριάδες πιστούς της ελπίδας
Και δίνει φτερά στον άνθρωπο
Για της νέας ζωής το αγνάντεμα
Για ν’ αρχίσει και πάλι ο αγώνας
Και η Κύπρος να ζήσει χωρίς τα δεσμά της.


Τα δεσμά. Τα δεσμά. Τα δεσμά.
Κι η ελπίδα.
Κι ο φόβος που πλανιέται παντού σαν τη σκόνη
Και κλείνει τα μάτια του ανθρώπου
Που καταδύεται δυστυχής στο σκοτάδι.

Βασανιστές

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Βαρούν
Και θαρρούν
Πως χτυπούν τη ζωή
Που το δρόμο της παίρνει
Και φέρνει
Σε τέρμα λαμπρό.
Στρατονόμοι και όργανα μίσους
Βασανιστές κι αχθοφόροι της άνομης βίας
Σκουλήκια κι ευνούχοι
Με παράσημα κι άλλα στολίδια στο στήθος
Κρατούν τους λαούς φιμωμένους σφιχτά
Και τ’ ανείδωτο φως της ελπίδας
Οδηγεί σταθερά τα ποδάρια
Που ο φάλαγγας τάχει πληγιάσει οικτρά
Στην περιώνυμη νίκη της ύστατης ώρας.



Σπασμένα δεσμά της ζωής μας το στέριωμα
Σε μια λεύτερη κι όμορφη χώρα
Θα την δούμε κάποτε, άραγε,
Ως την ονειρευτήκαμε;

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Στο Μενέλαο Λουντέμη

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ταξιδευτής της ζωής τραγουδιστής ταπεινός
Της χαράς και του πόνου
Φεύγεις και πας αγναντεύοντας τους κατάμεστους δρόμους.
Σμάρια οι φτωχοί
Στο κουφάρι σου πάνω σκυμμένοι
Κρατάνε τα χέρια σφιχτά και τραβάνε
Στης ζωής την ατέλειωτη μάχη.


Τράβα λοιπόν στο ταξίδι σου τράβα
Κι εμείς θ’ αναμένουμε νάρθει η στιγμή
Της ατέλειωτης ΄Ανοιξης
Που θ’ ανθίσουν ξανά οι κερασιές
Και τα πλοία θ’ αράξουν για πάντα
Στους απάνεμους όρμους.

Στο ρυθμό της αγάπης

του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Καρδιές που χτυπούν στο ρυθμό της αγάπης
Γλυκιά μουσική που λαμπρύνει τη σκέψη
Φτερωμένες ελπίδες μιας ζωής που ξοδεύτηκε άσκοπα
Δίχως πίκρα και πόνο ή μεταμέλεια
Που στου έρωτα το άδολο πάθος βαθιά βυθισμένη
Θα σκεπάσει τα πάντα με ορμή θεϊκή
Σαν γλυκός καταρράκτης μιας πρωτόφαντης χάρης.


Είναι τάχα φαντάσματα τούτες οι σκέψεις;
Οι άγγελοι μόνο θα ζουν
Στον ανείδωτο κόσμο του γέλιου;
Δεν μπορεί κι ανθρώπινη φύση
Ν’ απολαύσει τις τέτοιες στιγμές, να χορέψει
Το νικητήριο χορό
Για το τέλος του κτήνους που σέρνει μαζί της;
Τάχα
Τίποτα
Πιά;
Ελπίδα
Καμιά;

Τα φτερά των αγγέλων

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Πώς χτυπούν τα φτερά των αγγέλων
Στο ρυθμό της αγάπης
Μ’ ένα πόνο βαθύ κι απροσμέτρητο!
Έτσι μας λένε τουλάχιστο…
Την ίδια στιγμή που ο αγέρας σφυρίζει μονότονα
Στους ψηλούς καλαμιώνες
Και τρομάζει τα δέντρα που στέκονται όρθια.
Πού νάβρει κανείς τον καιρό να σταθεί
Ν’ ανασάνει στο ξέφωτο
Μακριά από την πίσσα, τη σκόνη του δρόμου, τη μπόχα των ουρητηρίων,
Τα πυκνά σύννεφα του καυσαέριου!
Δίχως μέτρο κανένα η φύση
Τραβάει το σκληρό μονοπάτι του τέλους
Που ο άνθρωπος τρέχει να προλάβει
Τραγουδώντας ανίσχυρα ξόρκια.


Λυπηθείτε τον
Οι γενιές των μελλοντικών παρατηρητών
Της ανερμήνευτης συμπεριφοράς του
Ρίχτε του μια στοργική ματιά,
Με συγκατάβαση
Χειροκροτήστε τον
Στην τελευταία του παράσταση πάνω στη Γη
Και κλάψτε τον
Κηδέψτε τον με τιμές
Κατά τα θέσμια και τους νόμους του παγκόσμιου κράτους.