Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΔΡΕΑ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗ


Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.

Συλλογή: Χρέος στο Εμπειρίκο

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο, μυσταγωγό και ιεροφάντη της ερωτογόνου αλκής
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Μιλάς για τον αίγαγρο μεγάλε ιεροφάντη των μυστηρίων της Φύσεως αγνοείς όμως πλήρως το γεγονός της μεμψίμοιρου και κυπτούσης δουλικώς τον αυχένα ανθρωπότητας.
Σκέψου λοιπόν: Ποίος ποτέ ενηγκαλίσθη, έστω και για μία νύχτα, το λαμπρό φως των διαττόντων αστέρων τη στιγμή της εις το κενόν εμβαπτίσεως των, όπως ο άξεστος Ρωμαίος στρατιώτης το πλαδαρό κορμί του Αρχιμήδη στην κολυμβήθρα των πειραμάτων του;
Ποίος ποτέ είδε τους αστερίες να αυνανίζονται περιπαθώς το δε σπέρμα τους να εκτινάσσεται ως τορπίλη και διασχίζοντας δια μακρών το λάγνο στοιχείο της θάλασσας να εισέρχεται με ορμή στο σπαράσσον αγγείο της πλήρους απολαύσεως;
Ποίος ποτέ μεγάλε ιεροφάντη και αδέκαστε ιεροεξεταστή της αναπαύσεως των ψυχών ημών είδε, έστω και μία φορά, τον Αίγαγρο υπερηφάνως θεωρούντα τις χοές των δακρύων και σείοντα την κεφαλή συγκαταβατικώς αλλά και με περιφρόνηση για τη μιζέρια που κατέστη αναπόφευκτος τρόπος ζωής εν τω μέσω των υπερφίαλων βλέψεων των ανθρωποειδών της πλήρους χαυνώσεως; Ποίος τον είδε ποτέ να επισείει τους υπερμεγέθεις και γενέσιους όρχεις του ανοικτιρμόνως κατά των τοιούτων βλέψεων και να φωνάζει: γαμήστε τους τους πούστηδες εδώ και τώρα.
Ποίος ποτέ Ανδρέα Εμπειρίκε, θαλασσοκράτορα και εξουσιαστή απάντων των στοιχείων της Ποιήσεως, τόλμησε να κοιτάξει ευθέως και ευθαρσώς τα λάμποντα ομμάτια του Αίγαγρου και δεν κατακεραυνώθηκε αμέσως, όπως ο Φαέθων από τον Δία;
΄Απελθε, λοιπόν, ποιητή! Δεν υπάρχει θέση για σένα στον κόσμο τούτο εν μέσω μάλιστα τοιούτων απέλπιδων βυθομετρήσεων, ψυχομετρήσεων και ανισόπεδων διαβάσεων λίαν επικίνδυνων για τους μύστες της φωτιάς και εν μέσω τοσούτων πικρών αλγηδόνων, πόνων, φόνων, πετρελαιοειδών και ατμοσφαιρικών πιέσεων ποικίλων. ΄Απελθε!

( Ο εκ των απορρώγων βράχων του Ηλειακού Κάμπου απόγονος εκ πλαγιογαμίας Αρχιλόχου του Παρίου, του και την ασπίδα απωλέσαντος, εθνομάρτυρος μισθοσυντήρητου, Χριστόφορος ο Πατζινακίτης.)

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Ντοάς με την κάπως όψιμη εμφάνισή του και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», ο Γιώργος Ντοάς, δυναμική φωνή του Πύργου με την έντονα φιλοσοφημένη διάθεση, όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, μια γυναικεία φωνή με ιδιαίτερο ποιητικό ενδιαφέρον, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Μεγάλες Στιγμές

Αφιερωμένο σε κάποιους κριτικούς των Αθηναϊκών εφημερίδων
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Είναι στιγμές που το ανθρώπινο μεγαλείο υπερίπταται των νεφώσεων του σύμπαντος και των πτυχώσεων του εδάφους της Γης. Τότε μεγαλοσχήμονες κριτικοί και λόγιοι συντάκτες απορριμμάτων ευπέπτου ύλης αναπέμπουν ύμνους δοξαστικούς προς το Υπέρτατο ΄Ον, όπως το «Άγιος, Κύριος, Σαβαώθ», υμνώντας συγχρόνως όλους τους Αγίους και ιδιαίτερα τον ΄Αγιο Θωμά τον Ακυινάτη, τον συνονόματό του τον Εκ Κελάνου και τη γνωστή μοναχή του Μεσαιώνος Ροτσουίθην και υπό τα σκαιώδη βλέμματα των προϊσταμένων τους όλους τους ελάσσονες και άνευ σημασίας, μετά πάθους λατρεύοντας το επέκεινα των συνειρμών τους και εκθειάζοντας επί πλέον τα κάλλη ευέλικτων κορασίδων με ωδές δοξαστικές, κρινόμενα όλα ως νέες εκφάνσεις των μεγάλων στιγμών του ανθρωπίνου πνεύματος που πνέει όπου οι χιλιοδραχμικές εξισώσεις ορίζουν.
Εν τέλει, για να μη φανούν και παντελώς άσχετοι ή υπερμέτρως αδικαιολόγητοι ή έστω και επί τα πρόσω λάμνοντες, υμνούν και τις καινούργιες επιτεύξεις του, όπως τον υαλοβάμβακα ΜΟΥΝΙΑΛ, τη ρουτίνα των καθημερινών εκχυμώσεων του δέρματος και τον Άρη Βελουχιώτη λίγο πριν από τον άδοξο θάνατό του, αινιττόμενοι συγχρόνως την πλήρη άπνοια που υποσκάπτει επικίνδυνα και με ύπουλη εγκαρτέρηση τις μεγάλες εκκενώσεις που ακολουθούν κατά πόδας τα υπολείμματα των καιομένων αετών.
Αυτές τις στιγμές ακριβώς παίρνω την κουβέρτα παραμάσχαλα και κοιμάμαι μόνος κάτω από το τρεμάμενο φως των θνησκόντων αστεριών και ονειρεύομαι με πόνο αλλά χωρίς κλάματα τα περασμένα μεγαλεία, το χρόνο που πέρασε ανεκμετάλλευτος κι απαρατήρητος απ’ όλους και κυρίως από μένα. Προς τι άλλωστε να τρέξω στους γιατρούς και να γιατρέψω τις πληγές μου αφού τα ράμματα δεν πρόκειται να κλείσουν ποτέ μ’ επιτυχία;

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Η Ομήγυρη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Μακρυμαλλούσα κοπελιά το βυζί σου καρτερώ για να πέσει στο νερό. Τα λόγια αυτά τα έλεγε συχνά ο παιδικός μου φίλος, ο Σταύρος, όταν συναναστρεφόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τις τρυφερές κορασίδες με τα δόκανα στα μάτια και το σφάχτη στα νεφρά, προσπαθώντας αυθαδέστατα να τις εντυπωσιάσει. Και πάντοτε, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, προκαλούσε τη γενική θυμηδία και το γέλιο των παρευρισκομένων, σε πείσμα του κοινού μας φίλου, του Βασίλη, τεταρτοετούς της Νομικής τότε, ο οποίος, αφού ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη λατρεία γλυκυφθόγγων ήχων της ασπαιρούσης από τρυφερότητα και ξιπασιά κιθάρας του, ανέμενε με αγωνία και μετά την τοιαύτη έκφραση του Σταύρου λυγμούς σκληρής απελπισίας.
Η χάρη όμως δεν του γινόταν ποτέ. ΄Έτσι, τις στιγμές αυτές της απόρριψης, μη ανεχόμενος άλλες προσβολές έσκυβε το κεφάλι και βωμολοχούσε με θυμό, όπως ακριβώς ο χαμαιλέων τις στιγμές της σπερμογόνου εκρήξεώς του βρωμίζει τα πάντα ενώ η ομήγυρη, περιχαρακωμένη κι αυτή με τη σειρά της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα του σκοτεινού δωματίου και ούσα κατ’ αυτόν τον τρόπο χωρίς δυνάμεις ενδελεχούς αντιστάσεως, ξεσπούσε σε κραυγές επιδοκιμασίας και χαιρόταν από καρδιάς τη λαμπρότητα και τη μεγαλαυχία του Σταύρου και των λόγων που εκστόμιζε συχνά.
Αυτές τις στιγμές παραφύλαγε κρυμμένος στη γωνία του δωματίου και έμπαινε στη μέση ο Ντέμος Καντέμος, μακρινός απόγονος του δρυοκολάπτη της νύχτας Θωμά του Ακυινάτη και κουνώντας τελετουργικά τους όρχεις του, δίκην μεγάλου αυνανιστή τη στιγμή της εκτόξευσης του υπερκαλύπτοντος το χώρο σπέρματός του ουρούσε καθέτως και οριζοντίως μέσα σε δύο μεγάλα μπουκάλια κοκακόλας, τα οποία στη συνέχεια και με χέρι που έτρεμε από τη συγκίνηση και το πάθος που τον διακατείχε σ’ αυτές τις περιστάσεις τα έδινε, τα προσέφερε καλύτερα, με μεγάλη ευγένεια ομολογουμένως, στις λυγερές κορασίδες που παρευρίσκονταν πάντα στις συγκεντρώσεις μας για να δροσιστούν από τον πνιγηρό καύσωνα της ημέρας και καμιά φορά της νύχτας και από τις αλλεπάλληλες εκκενώσεις γέλωτος βαρέος και λιγυφθόγγου.
΄Έτσι τελείωνε κάθε φορά η ομήγυρη και το γεγονός, ίδιο και απαράλλακτο, επαναλαμβανόταν σε τακτά διαστήματα έως ότου ο Σταύρος αναχώρησε για τη θαλασσόβρεκτη πατρίδα του και από τότε δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Κι ακόμη και σήμερα παραμένει εκεί, πιστός στην απόφαση που πήρε την ημέρα που εξαφανίστηκε για πάντα.
Είναι γεγονός ότι μετά την αναχώρηση του Σταύρου κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ξανασυνδέση τη διεσπασμένη συντροφιά παρόλο που η θέση του δεν έμεινε για πολύ κενή γιατί την πήρε ο άρτι αφιχθείς εκ των Αθηναϊκών περιχώρων Τάμης ο μισθοσυντήρητος. Τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ και σιγά σιγά το καταλάβαμε όλοι. Βοήθησε σ’ αυτό και η πτώση της τρισκατάρατης χούντας.
΄Έτσι έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα μία πλευρά της εν Λυσιατρείω διαμονής μου και άπειρες φορές αναλογίζομαι, όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, πόσο άδοξα έφυγε ο μπαγάσας από τη μέση και μετέβη δια παντός στην ξεχασμένη χώρα των Λωτοφάγων, αφού γλίτωσε πρώτα τη σφαγή των τρομερών Κυκλώπων, ως άλλος Οδυσσέας στη μέση της θάλασσας, κορυβαντιών και ηδονιζόμενος σε αλλόκοτες στιγμές διαυγούς εκλάμψεως.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Επικλινείς Εκσπερματώσεις

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη



Πολλές το κύμβαλο αλαλάζον εν μέσω δύο ανεπιτυχών κροτήσεων αναρωτιέται ποιος ο σκοπός της εν τω κόσμω κραιπάλης και επειδή δεν βρίσκει απόκριση ικανοποιητική μέσα του αλαλάζει και πάλι ηχούν υπερήφανα τη στιγμή κατά την οποία δύο νεαρές πρώην παρθένοι δεχόμενες εντός των μετ’ αφάτου ηδονής και ευχαριστήσεως το υγρό σπέρμα του εραστή τους στρέφουν την κεφαλή προς τα άνω και κραυγάζουν με νικητήρια άμιλλα το «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Τότε νωχελείς περιπατητές των επίγειων λειμώνων της πατρίδας μας εναγκαλίζονται το κενό του αέρα που σχηματίζεται από την τοιαύτη σύμφυρση των τετελεσμένων γεγονότων και πλήρεις ευωχίας κορυβαντικής εγκαταλείπουν πλέον τη νωχελική τους αδράνεια και ορμούν στις πνιγηρές συνοικίες των πόλεων και συγκεκριμένα στους παρθενικούς κοιτώνες των αθώων κορασίδων που αναμένουν με αγωνία το δούρειο ίππο της υποταγής των τη στιγμή ακριβώς που τα’ αστέρια παύουν να δίνουν κι αυτά ακόμα και το ελάχιστο τρέμουλο των ακτίνων τους.
Αυτή είναι η παντοτινή κατάληξη των επικλινών εκσπερματώσεων αυτού του είδους.

Επιδρομή Ούννων και Πατζινακών

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Την στιγμή κατά την οποία οι Πατζινακίτες και οι σύμμαχοί τους οι Ούννοι επέδραμον κατά της βασιλευούσης των πόλεων κραδαίνοντας σιδερένιους λοστούς και αναμμένα καρφιά, απότοκα μιας καταστάσεως θλιβερής, ο νεαρός αυτοκράτωρ, γυμνός και ανυπόδητος, έτσι όπως τον είχε γεννήσει η μάννα του στο δωμάτιο της πορφύρας, επέβαινε της άρτι υπανδρευθείσης πρώτης κυρίας των τιμών της συζύγου του, αγαπημένης αδελφής του Λογοθέτη του Δρόμου και πρώτης εξαδέλφης του επίδοξου παρακοιμώμενου, υπό τα σκαιώδη βλέμματα των ενδόξων προγόνων του και τα πύρινα δάκρυα της Παναγίας μπροστά στο φρικτό μαρτύριο του Γιου Της. Δεν αντελήφθη ο τάλας ότι οι τριγμοί του κρεβατιού του ήταν οι τριγμοί της κλονιζομένης αυτοκρατορίας του και μειλιχίως και με κάποια δόση θαυμασμού ενατένιζε ίσως το απαστράπτον από την λάμψη των ρουμπινιών και του χρυσού στέμμα του. ΄Όταν το κρεβάτι έσπασε και σωριάστηκε συντρίμμια κατά γης ήταν πλέον αργά: οι Ούννοι και οι Πατζινάκες είχαν ήδη μπει στην ίδια την κρεβατοκάμαρα, η οποία από τότε ακριβώς βάφτηκε πορφυρά ενώ πάντες οι παρακοιμώμενοι και οι βοηθοί τους κατακρεουργήθηκαν ανελέητα στην άνοια του ύπνου των.
Αυτή ήταν άλλωστε η αρχή των μεγάλων δεινών που κατερράκωσαν το κύρος της ενδόξου ποτέ βασιλίδος των πόλεων και της αυτοκρατορίας που είχε δημιουργήσει και που την εξαφάνισαν στο τέλος ολοσχερώς και δια παντός από του προσώπου της Γης.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Ο Διομήδης

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο Διομήδης ήταν γενναίος και γιαυτό πολεμούσε ακατάπαυστα στα διάφορα πεδία των μαχών υπερασπιζόμενος τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στην τελευταία μάχη όμως στην οποία έλαβε μέρος ως αρχηγός επίλεκτων τμημάτων λοκατζήδων και άλλων ομάδων καταστροφής και ενώ ετοιμαζόταν να εκσφενδονίσει το δόρυ του κατά επερχόμενου Ρωμαίου στρατηλάτη και εραστή σφριγηλών νεανίων, σεισμός 8,9 της κλίμακας του Ρίχτερ τον έριξε κάτω και την ίδια στιγμή ένα κουνούπι υπερμέγεθες όσο και η βάλανος του πέους του σφηνώθηκε βίαια στον αριστερό οφθαλμό του για να πληρωθεί το ρηθέν υπό των Ελλήνων « ΄Εστι Δίκης Οφθαλμός» και να σωθεί έτσι ο ωραίος Λατίνος ερωτιάρης, ως δια μαγείας θεϊκής, η δε Ωραία Ελένη του Μενελάου ανηρπάγη υπό νεφέλης λευκής εξ ύδατος συμπεπυκνωμένου και οδηγήθηκε αμέσως στα ουράνια δώματα του Δία, ως αντιπροίκι για τον έξοχο Γανυμήδη.
΄Έτσι, ο πόλεμος τελείωσε την ίδια στιγμή που άρχισε κι ας λέει άλλα η Ιστορία, γιατί πράγματι δεν υπήρχε πια λόγος σοβαρός για τη διεξαγωγή του κι ο ΄Όμηρος έσπασε από τη μανία που τον έπιασε για το γεγονός αυτό τη φόρμιγγά του και τόριξε στους αμανέδες για να διασκεδάζει τη μακρόσυρτη ανία αρχόντων και αρχομένων των χωρών της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Το Κοσμικό Αυγό

Στο Νικόλαο Γαβριήλ Πεντζίκη όταν ζούσε
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο διάδοχος του θρόνου ενηγκαλίσθη ασθμαίνων τη λυγερή παλλακίδα του πατέρα του στο πορφυρό δωμάτιο των παρθένων γυναικών, στους τοίχους του οποίου εκρέμαντο διατεταγμένα αρμονικά και σε τακτές αποστάσεις πλείστα αιχμηρά αντικείμενα ποικίλων χρήσεων, αποχρώσεων και σχημάτων. ΄Ήχοι πυριφλεγείς και άσματα υπερκόσμια διεχύθησαν στη στιγμή, σαν γλυκό πρωτοβρόχι την πρώτη μέρα του φθινοπώρου, στη σκοτεινή ατμόσφαιρα που, ω του θαύματος, εφωτίσθη δια φωτός λαμπροτέρου του Ηλίου, ακτινοειδώς εκτεινομένου στο εν λόγω δωμάτιο. Η συνουσία ήταν υπέρ το δέον τετελεσμένη όταν για δεύτερη και, ίσως, και τρίτη φορά, το υπερμέγεθες πέος του διαδόχου με την βάλανο φανερά εξογκωμένη εισεχώρησε, ως μανιασμένος πολιορκητικός κριός, στην τρυφερή σχισμή του δοχείου της πλήρους ηδονής και των υπερφίαλων εκκρίσεων. Τότε φωνές παράξενες, με αναφιλητά και γογγυσμούς ανακατεμένες, εκάλυπταν τους αρμονικούς κραδασμούς των σωμάτων και τους φοβερούς τριγμούς του κρεβατιού ως μεγάλο και ζεστό κλινοσκέπασμα την πιο κρύα νύχτα του πιο φρικτού χειμώνα και τη στιγμή την άφατη, τη στιγμή της πλήρους ενσφηνώσεως, ω του θαύματος και πάλι, ο υπερκείμενος από παλιά διπλός μινωικός πέλεκυς επέπεσε, ως καρμανιόλα της Γαλλικής επαναστάσεως την περίοδο της Τρομοκρατίας, και απέκοψε διαμιάς τις κεφαλές των τη στιγμή ακριβώς που κοιτούσαν προς τα άνω και δοξολογούσαν τον Κύριο μετ’ αγαλλιάσεως κραυγάζοντες το «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε».
Η λίμνη του αίματος που εκάλυψε γρήγορα τα ηδονικώς σφαδάζοντα κορμιά των νεαρών δεν κατέστη δυνατόν να συμπαρασύρει και το άρτι επιτευχθέν εκ της τοιαύτης ενώσεως αυγό, το οποίο επέπλεε, εις πείσμα των προστερξάντων αυλικών, ως ανθός στην ποδιά της Οσίας Μαρίας της Πενταγιώτισας, της εκ των Σαλώνων.
Τούτο λοιπόν, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν το Μέγα Κοσμικό Αυγό, εξ ου ως ΄Ελληνες διεχύθημεν στο σύμπαν.