Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Ντοάς με την κάπως όψιμη εμφάνισή του και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», ο Γιώργος Ντοάς, δυναμική φωνή του Πύργου με την έντονα φιλοσοφημένη διάθεση, όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, μια γυναικεία φωνή με ιδιαίτερο ποιητικό ενδιαφέρον, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου