Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Οδυσσέως απόλογος

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Αναδύεται η Ναυσικά και περπατάει
Γυμνή και απαστράπτουσα
Στον αφρό των κυμάτων που την περιβάλλουν
Στις σκοτεινές σπηλιές της Παλαιοκαστρίτασας
Γλύφοντας με ανείπωτη ηδονή
Την ποθητή σχισμή του σκοτεινού αιδοίου της
Όπως ο πόθος γλύφει πιεστικά το κρανίο του σοφού,
Τη σκοτεινή πηγή των λογισμών του.
Ο Οδυσσέας καρτερεί,
Δούλος και δόλιος,
Ιερομόναχος με το κερί στο χέρι
Να φωτίσει με λαχτάρα και οδύνη
Τους βαθυκύανους κόλπους του απλησίαστου έρωτά του,
Τις γλαφυρές κοιλάδες του, τα σκοτεινά υψώματα, τα βάθη
Και προπάντων τις απρόσμενες αναταράξεις του εδάφους.


Καημένε Οδυσσέα
Τι ήταν για σένα η Ιθάκη
Για ν’ απολογηθείς απρόσκλητος
Με τις ξερές ακρογιαλιές
Και την ολέθρια ηθική της Πηνελόπης;
΄Ομηρε πώς το μπόρεσες
Να τον αφήσεις να σαπίσει
Στο ρημαγμένο του χωριό;
Τόση αλμύρα η θάλασσα
Δεν λησμονιέται με τη σύνταξη
Στα λιανοχώραφα της νήσου του
Και στον οντά της ιμερτής αλόχου.

1 σχόλιο:

  1. μ' αρέσει η γωνία αυτή που παίρνει το βλέμμα του μυαλού σας, μα πιο πολύ με εντυπωσιάζει ο τρόπος που στοχεύει και χτυπάει! .....
    πάντα οι συγγραφείς στο τέλος του έργου τους τον ήρωά τους τον "σκοτώνουν" - τουλάχιστον αυτή την αίσθηση έχω - .... ακόμα κι αν φαίνεται στα μάτια όλων ότι του χαμογέλασε η τύχη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή