Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Σχεδίασμα της πολιτισμικής Ιστορίας της Ηλείας

Α΄. Αρχαιότητα


«Τους Ηλείους ίσμεν εκ Καλυδώνος διαβεβηκότας και Αιτωλίας της άλλης», κατά τον Παυσανία (V,1,3), γι’ αυτό ίσως και η σχέση Αιτωλών και Ηλείων ήταν σχεδόν πάντα στενή και φιλική κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους. Η Ηλεία, με την κάθοδο των Δωριέων, επιδικάστηκε στα Αιτωλικά φύλα.
Η χώρα, πλούσια σε αγαθά, με απέραντα λιβάδια, νερά, δάση και γόνιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, με βασική καλλιέργεια το λινάρι, η ποιότητα του οποίου ήταν η καλύτερη της Μεσογείου, βρισκόταν συνεχώς, μετά την κατάργηση της βασιλείας, υπό την χαλαρή εξουσία των πλούσιων γαιοκτημόνων της. Οι κάτοικοι, βυθισμένοι στην καλοπέραση, την ευκολία της ζωής και την άνετη και ευχάριστη απόλαυση του πλούτου που συσσώρευαν καθημερινά, ελάχιστα ενδιαφέρθηκαν για καλλιτεχνικές και άλλες πνευματικές αναζητήσεις.
Ακόμα και στην περίοδο της δημοκρατίας βλέπουμε ότι δεν αλλάζουν και πολύ τα πράγματα. Το ενδιαφέρον τους στρέφεται κυρίως στα πανηγύρια, τις γιορτές και τα συμπόσια. Αυτόν τον τομέα προσπάθησαν να αναπτύξουν και να αναδείξουν στο πανελλήνιο και τα κατάφεραν. ΄Ετσι εξηγείται η μεγάλη ανάπτυξη των Ολυμπιακών αγώνων, που αποτέλεσαν για αιώνες την κορυφαία τους πνευματική, καλλιτεχνική, θρησκευτική και αθλητική εκδήλωση που ένωνε το Πανελλήνιο με κοινούς δεσμούς και στήριζε, στο μέτρο του δυνατού, την ειρηνική διαβίωση μεταξύ τους μέσω της ιεράς εκεχειρίας.
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν αυτόν τον τομέα μπορούμε να πούμε ότι στην πραγματικότητα η Ηλεία έμεινε στο περιθώριο της ιστορίας και του πολιτισμού, μια δύναμη δεύτερης κατηγορίας που βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο των συγκρούσεων διαφόρων συμφερόντων, παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρει ο ΄Όμηρος στη δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας, στον κατάλογο νεών, είχε πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με σεβαστό αριθμό πλοίων και πολεμιστών.
Η στρατιωτική και πολιτική περιθωριοποίηση όμως δεν την άφησε και στο περιθώριο του πολιτισμού. ΄Ίσως γιατί οι αγώνες τους έκαναν κάθε τέσσερα χρόνια (και όχι μόνο) το κέντρο προς το οποίο έστρεφαν το βλέμμα τους με θαυμασμό οι υπόλοιποι ΄Ελληνες, τους έφερναν σε στενή επαφή μαζί τους, μεγάλοι συγγραφείς και ρήτορες και ποιητές διάβαζαν τα έργα τους στην Ολυμπία, μουσικοί τα έπαιζαν μπροστά στο κοινό ενώ οι εικαστικοί τα είχαν μόνιμα εκτεθειμένα στο ιερό του Ολύμπιου Δία. ΄Ετσι, με το πέρασμα του χρόνου κατόρθωσαν να αναδείξουν και δικούς τους σημαντικούς και σπουδαίους πνευματικούς άντρες, που έδρασαν όμως κατά κύριο λόγο μακριά από την ΄Ηλιδα, στα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού και κυρίως στην Αθήνα.
Ηλείος ήταν ο αρχιτέκτων Λίβων που σχεδίασε τον ναό του Δία στην Ολυμπία στα 457 π.Χ. και ο γλύπτης Κάλλων του 5ου αιώνα π.Χ. Στην Ηλεία, επίσης, δούλεψε και ο γλύπτης Κολώτης, ένας από τους σημαντικότερους μαθητές του Φειδία αλλά και ο ίδιος ο Φειδίας στην κατασκευή του πασίγνωστου χρυσελεφάντινου λατρευτικού αγάλματος του Ολύμπιου Δία, όταν για πολιτικούς λόγους, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα του Περικλή κυνηγημένος από τους μικρόψυχους αντιπάλους του μεγάλου πολιτικού.
Οι πιο γνωστές μορφές Ηλείων ήταν δύο φιλόσοφοι, διάσημοι στην εποχή τους: ο σοφιστής Ιππίας τον 5ο αιώνα π.Χ., σύγχρονος του Πλάτωνα και του Σωκράτη και ο Πύρρων τον 4ο αιώνα, ιδρυτής και αρχηγέτης της φιλοσοφίας που ονομάστηκε Σκεπτική ή Εφεκτική. Ο Ιππίας, πολυμερής, πολυάσχολος αλλά και ματαιόδοξος όσο κανένας άλλος, συγγραφέας του πρώτου καταλόγου ολυμπιονικών της ιστορίας, καταπιάστηκε ταυτόχρονα με τα μαθηματικά, την αστρονομία, τη φιλοσοφία, τη ρητορική καθώς και με τη διδασκαλία των πλούσιων γόνων της Αθήνας και άλλων Ελληνικών πόλεων αντί αδράς αμοιβής.
Ο Πύρρων αντίθετα έζησε σε γενικές γραμμές μια ήσυχη ζωή, το μεγαλύτερο μέρος της στην ΄Ηλιδα (360-270 π.Χ.) μαζί με την ανύπαντρη αδελφή του που ασκούσε το επάγγελμα της μαμής στην περιοχή. Συνοδεύοντας, μαζί με άλλους φιλοσόφους, καλλιτέχνες, ποιητές, ιστορικούς, φυσιοδίφες κ.τ.λ. τον Αλέξανδρο στη μεγάλη του εκστρατεία, διέσχισε ολόκληρη σχεδόν την Ασία ως τις Ινδίες και γνωρίστηκε με τους βραχμάνους, τους περίφημους γυμνοσοφιστές της αρχαιότητας, η φιλοσοφική και θρησκευτική σκέψη των οποίων επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση της δικής του φιλοσοφικής σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων. Δυστυχώς όμως δεν διασώθηκαν έργα του Ιππία ή του Πύρρωνα και ό,τι ξέρουμε γι’ αυτούς μας έγιναν γνωστά από μεταγενέστερες πηγές, όπως π.χ. το βιβλίο «Βίοι Φιλοσόφων» του Διογένη Λαέρτιου ή έργα άλλων συγγραφέων που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα σ’ αυτούς.
Στην Ηλεία επίσης, στην περιοχή της Σκυλλουντίας για την ακρίβεια έζησε και ο Ξενοφώντας, μαθητής του Σωκράτη και συγγραφέας που ασχολήθηκε με πολλά θέματα ή είδη, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, όταν εξορίστηκε από τους συμπατριώτες του τους Αθηναίους λόγω των φιλοσπαρτιατικών και ολιγαρχικών φρονημάτων του, που τον οδήγησαν σε πόλεμο κατά του στρατού της πατρίδας του. Εδώ, στη Σκυλλουντία, στο κτήμα που του χάρισαν οι Σπαρτιάτες, για την αδιαμφισβήτητη αφοσίωσή του σ’ αυτούς, έγραψε ένα σημαντικό τμήμα του πολυποίκιλου και πολύμορφου έργου του.
Για τους ολυμπιακούς αγώνες, το σπουδαίο αυτό πολιτισμικό, πνευματικό και αθλητικό κίνημα της αρχαιότητας και για την προσφορά των Ηλείων σ’ αυτό δεν θα έφταναν δυο τρεις γραμμές αλλά θα χρειαζόταν ειδική αναφορά. ΄Έτσι δεν θα αναφερθώ σ’ αυτούς, αφού άλλωστε από εποχή σε εποχή το πνεύμα τους αλλάζει. Να θυμίσω μόνο ότι το τέλος του επήλθε με την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, γιατί ήταν ταυτισμένο, όπως όλες οι γιορτές των Ελλήνων άλλωστε, με την αρχαία θρησκεία και μάλιστα με τη λατρεία του σημαντικότερου θεού τους, του Δία.

Β.΄ Βυζάντιο – Φραγκοκρατία.

Στα χρόνια της βυζαντινής και της φραγκικής κυριαρχίας τα πράγματα δεν φαίνεται ότι οδηγούνται προς το καλύτερο, σε σχέση με την περιοχή πάντα. Κατά την βυζαντινοκρατία η Ηλεία δεν είναι παρά μία από τις εκατοντάδες των ασήμαντων επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας και δεν παίζει ποτέ κανένα ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων. Ακόμη και ο ιερός χώρος της Ολυμπίας, όπου στο παρελθόν γίνονταν οι αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια, κατακλύζεται από τη λάσπη του Αλφειού και χάνεται επί αιώνες από το πρόσωπο της γης. Είναι φυσικό άλλωστε γιατί είναι απόλυτα ταυτισμένος με την αρχαία θρησκεία και η πολιτική των χριστιανών αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης δεν μπορεί να τον ευνοήσει.
Ακόμη και η ΄Ηλιδα, που παλιότερα ήταν πόλη-κράτος με ισχύ και κύρος έχει μετατραπεί σε ένα πόλισμα. Διοικητικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής φαίνεται ότι γίνεται η Ανδραβίδα, όπως προκύπτει και από την ανάγνωση του «Χρονικού του Μορέως», που μιλάει για την πόλη σαν να ήταν γνωστή και σπουδαία από παλιά. Αποτελεί και για το νέο κράτος, που ιδρύεται στις αρχές του 13ου μεταχριστιανικού αιώνα από τους Φράγκους ιππότες και όσους άλλους τους συνοδεύουν στην τέταρτη σταυροφορία, το διοικητικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής, αφού θα αποτελέσει την πρώτη πρωτεύουσα του κράτους αυτού με ανάκτορα και ναούς περίλαμπρους, όπως ο καθεδρικός ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, μέσα στον οποίο συνεδρίαζε και η κούρτη, η σύνοδος των βαρόνων δηλαδή, κάθε φορά που ήταν αναγκαίο. Δεύτερα ανάκτορα θα κατασκευαστούν και στο κάστρο Χλεμούτσι, όπου θα μένουν οι πρώτοι Βιλλεαρδουίνοι για μεγαλύτερη ασφάλεια, ενώ από την εποχή της πριγκηπέσας Ιζαμπώς θα προτιμηθεί για πρωτεύουσα η Καλαμάτα, η αγαπημένη της πόλη, η Ανδραβίδα όμως θα παραμείνει για πάντα το οικογενειακό τιμάριο των πριγκίπων και έδρα της επισκοπής. Στους αιώνες αυτούς της Γαλλικής κυριαρχίας μεγάλο ρόλο θα παίξει και το λιμάνι της Γλαρέντζας, όπου συνεδρίαζε τακτικά η συνέλευση των βουργησίων, των αστών δηλαδή εμπόρων και βιοτεχνών της περιοχής.
Το μοναδικό κείμενο αυτής της περιόδου που μπορεί να αποδοθεί σε Ηλείο, Έλληνα, Γάλλο ή γασμούλο, σημαντικότατο ιστορικό και γλωσσικό ντοκουμέντο του 13ου αιώνα με ελάχιστη όμως λογοτεχνική αξία, είναι το περίφημο «Χρονικό του Μορέως», αγνώστου βεβαίως συγγραφέα, κατά πάσα πιθανότητα γασμούλου με φιλογαλλικά αισθήματα, που δεν προσπαθεί να κρύψει καθόλου μάλιστα, ίσως για να ακούγεται πιο ευχάριστα στα αυτιά των Γάλλων βαρόνων και ιπποτών που έχουν κατακλύσει τον τόπο. Ας δούμε μερικούς στίχους από αυτό το κείμενο για να μπούμε κάπως και στο κλίμα της εποχής και να δούμε πώς ενδεχομένως ήταν ο τόπος εκείνη την εποχή. Οι συγκεκριμένοι στίχοι αναφέρονται στην κατάκτηση της χώρας και την ίδρυση του φραγκικού πριγκιπάτου:
«Αφού την Πάτρα πήρασι, τις φύλαξες εβάλαν,
το κάστρο εσιτάρχησαν, είθ’ ούτως και την χώραν…
Κι απ’ αυτού εστράφησαν εκεί εις την Αχαϊαν
Βουλήν επήραν ενομού τους τοπικούς Ρωμαίους
Όπου τους τόπους ήξευραν, του καθενός την πράξιν.
Λέγουν και συμβουλεύουν τους, πως εν εις Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη εις τον κάμπον του Μορέως.
Ως χώρα γαρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον
ούτε πύργος ούτε τειχιά είναι ποσώς εις αύτην…
Ευθύς ωρμήσασι εκεί εις αύτην υπαγαίνουν
εξάπλωσαν τα φλάμπουρα του καθενός εκάστου.
Κι αφού επλησιάσασι, εκεί εις την Ανδραβίδαν
οι Ανδραβιδαίοι έμαθαν πως έρχονται οι Φράγκοι
εξέβησαν με τους σταυρούς, ομοίως με τας εικόνας
οι άρχοντες και το κοινόν της χώρας Ανδραβίδας.
Και ήλθαν και επροσκύνησαν αυτόν τον Καμπανίτην.
Κι εκείνος ο παμφρόνιμος καλά τους υπεδέχθη.
΄Ώμοσε, υποσχέθηκε να μη τους αδικήσει
ούτε ζημίαν να έχουσι από τα γονικά τους
τιμές, δωρεές να έχουσι, ευεργεσίες μεγάλες.
΄Όλοι γαρ ωμόσασι δούλοι του ν’ αποθάνουν.
Αφού εγκατέστησε την χώραν Ανδραβίδας
βουλήν επήρε μετ’ αυτούς το πού να φουσατεύσει
κι η βουλή εδόθηκε στην Κόρινθο να υπάγει
επεί ένι κάστρον φοβερόν, το κάλλιον του Μορέως».
Δεν είναι της ώρας να ερμηνευθεί η στάση των κατοίκων της περιοχής απέναντι στους Γάλλους του Σαμπλίττη και του Βιλεαρδουίνου, αφού η περιπλάνησή μας γίνεται στην πολιτιστική και όχι την πολιτική ιστορία της Ηλείας. Σίγουρα όμως αυτή δε μπορεί να ήταν άσχετη με την όλη συμπεριφορά των βυζαντινών αρχόντων της εποχής και τη φορομπηχτική πολιτική της παρακμασμένης πια και διαλυμένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας ή με το παγκοσμιοποιημένο πνεύμα της εποχής που ευνοούσε, ακόμα και σε περιοχές όπως η Ελλάδα ή η Μικρά Ασία, μικρά φεουδαρχικά κράτη υπό την υψηλή επιστασία κάποιου μεγαλύτερου σχηματισμού.
Εκείνο που αξίζει να πούμε όμως είναι ότι τώρα, με την επίδραση του ιπποτικού πνεύματος των Φράγκων, δημιουργείται ένας καινούριος κόσμος Ελληνογαλλικός, τους Ολυμπιακούς αγώνες τους διαδέχονται οι ιππικοί και τα κονταροχτυπήματα των ιπποτών, ενώ η αγάπη προς τα άλογα και τις γυναίκες αγγίζει τα όρια του πάθους και με την ποίηση και τη μουσική των τροβαδούρων διαχέεται παντού σχεδόν μέχρι σήμερα.

Γ΄. Τουρκοκρατία.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το μαύρο σκοτάδι της σκλαβιάς απλώνεται παντού και σκεπάζει τα πάντα και ολοκληρωτικά. Διοικητικό κέντρο της περιοχής γίνεται η Γαστούνη των Χοτομάν μπέηδων, που θα αναπτυχθεί ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, μετά την εκδίωξη των Βενετών, και βέβαια δεύτερο κέντρο εξ ίσου σημαντικό το Λάλα των Τουρκαλβανών.
Για την περίοδο αυτή, που κράτησε τετρακόσια χρόνια περίπου, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ανάπτυξη τεχνών, επιστημών, πολιτισμού κ.τ.λ. αφού η Οθωμανική κυριαρχία δεν ευνοούσε κάτι τέτοιο. Παράλληλα άλλη ήταν η προτεραιότητα των σκλαβωμένων Ελλήνων: η αποτίναξη του ξένου ζυγού. Μέσα σ’ αυτό τον στόχο εντάσσονται και όλες οι δραστηριότητες των κατακτημένων χριστιανών της Ηλείας, πολιτισμικές, εκπαιδευτικές και άλλες. Εδώ θα παίξει κυριαρχικό ρόλο η Εκκλησία με την οργάνωση σχολείων για τη διάδοση μιας υποτυπώδους αλλά αναγκαίας γνώσης για την επιβίωση του ντόπιου πληθυσμού.
Κατά την περίοδο αυτή και κυρίως κατά τους τελευταίους αιώνες της κατάκτησης η Ηλεία μετατρέπεται σε γέφυρα από την οποία περνούν οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές της ελευθερίας για τη Βενετοκρατούμενη, ύστερα Γαλλοκρατούμενη και, τέλος, Αγγλοκρατούμενη Επτάνησο. Στο χώρο του πολιτισμού καλείται να καλύψει το κενό που δημιουργείται η δημοτική μούσα και η λαϊκή τέχνη, που βέβαια έχουν σκοπούς πρακτικούς αλλά δείχνουν συγχρόνως και το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ο αγράμματος λαός. Ας δούμε κάποια από τα πιο γνωστά δημοτικά τραγούδια της Ηλείας με πρώτο και καλύτερο εκείνο «Της Γαλάναινας» που συνδέει ταυτόχρονα και τα δύο διοικητικά κέντρα της περιοχής:
«Το μάθατε τι εγίνηκε στον κάμπο της Γαστούνης,
που κίνησε η Γαλάναινα, στο ρέμα πάει να πλύνει;
Μπροστά παν οι κοπέλες της και πίσω οι ψυχογιοί της,
στη μέση πάει η Γαλάναινα με τ’ άτι της καβάλα.
Παλιότουρκας εδιάβηκε την πιάνει από το πόδι.
-Κατέβα κα, Γαλάναινα, κάτι να σε ρωτήσω,
πόχω δυο λόγια να σου πω και πέντε να σου κρίνω.
΄Έλα να πάμε σπίτι μου, γυναίκα να σε πάρω!
-Τι λες, μωρέ παλιότουρκα, ρε παλιοβρωμισμένε,
ξέρεις το τίνος είμ’ εγώ, ξέρεις τους συγγενείς μου;
Ξέρεις τον άντρα πόχω γω, οπού τον λεν Γαλάνη;
Με τ’ άτι μ’ έχει περπατώ, σεΐζη δε σε θέλω.
-Ξέρεις και τον πατέρα μου, οπού τον λεν Σισίνη;
Πούναι στον κάμπο βασιλιάς και στη Γαστούνη αφέντης;
Πήγαινε πέρα, βρωμερέ, πάρε παλιοτουρκάλα,
τι χριστιανή γεννήθηκα κι έτσι θελα πεθάνω!».
Το επίσης γνωστό τραγούδι «Της κυρα-Βαγγελιώς», που στη δεκαετία του 1960 έγινε κινηματογραφική ταινία, είναι κι αυτό δημοτικό τραγούδι της Ηλείας:
«Ένα νερό, κυρά Βαγγελιώ,
ένα νερό, καλό νερό
κι από πούθε κατεβαίνει,
Βαγγελιώ μου παινεμένη.
-Από βουνό, κυρά Βαγγελιώ,
από βουνό γκρεμίζεται,
πέφτει και δεν τσακίζεται,
γιε μ’ σε περιβόλι μπαίνει,
Βαγγελιώ μου παινεμένη.
Ποτίζει δέντρα και κλαριά,
ποτίζει κι ένα αγιόκλημα
γιε μ’ που κάνει το σταφύλι
σαν της Βαγγελιώς τ’ αχείλι
κι όποιος το κόψει κόβεται
κι όποιος το φάει πεθαίνει,
Βαγγελιώ μου, παινεμένη.
Εγώ ας το κό- κυρά Βαγγελιώ,
εγώ ας το κόψω κι ας κοπώ,
ας το φάω κι ας πεθάνω,
Βαγγελιώ μου, τι να κάνω!».
Οι παλιότεροι θα θυμούνται, ίσως, την Κάκια Αναλυτή, αν δεν κάνω λάθος, στο ρόλο της εύθραυστης Βαγγελιώς.
Θα κλείσουμε αυτή την επισκόπηση με δυο ακόμη δημοτικά τραγούδια της Ηλείας, «Του Γιαννάκη Μάγερα» και την «Πυργιωτοπούλα»:
«Εψές προψές επέρασα από την Κουκουβίτσα
κι άκουσα κλάματα πολλά, γυναίκεια μοιρολόγια,
άκουσα πως εκλαίγανε πεντέξι πυργοπούλες.
Ούλες το Γιάννη κλαίγανε κι ούλες το Γιάννη κλαίνε.
- Γιάννη, πουν’ το κεφάλι σου και πουν’ η ομορφιά σου;
- Στο Επαρχείο κρέμεται μαζί με το σπαθί μου,
να το ρωτάν’ οι δικαστές με τον εισαγγελέα
και να τους λέει τη λεβεντιά και την παλικαριά μου».
Είναι προφανές από το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται ότι αυτό το τραγούδι είναι μεταγενέστερο της Τουρκοκρατίας, ανήκει στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του Νεοελληνικού κράτους, οι καταβολές του όμως, ο ρυθμός του, ο στίχος, η τεχνοτροπία ανάγονται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Και τώρα η περίφημη «Πυργιωτοπούλα»:
«-Το μάθατε τι εγίνηκε
στην Αρβανιτιά στο Λάλα
μωρ’ Ζωίτσα και Σουλτάνα;
Η Πυργιωπούλ’ αγάπησε
το Σεηντάγα από το Λάλα
με την ασημένια πάλα.
Και η μανούλα της της λέει,
κείνη κάθεται και κλαίει:
- Αχ, Ζωίτσα και Σουλτάνα
τι αγαπάς απ’ το Σεηντάγα;
- Δεν αγάπησα το άτι
και την ασημένια πάλα,
τα σαράγια του στο Λάλα…
Μα της μάνας μου το γάλα,
τον επήρα για το άχτι…
Πώς λαλιούν πουλιά κι αηδόνια
στου Σεηντάγα τα μπαλκόνια;».
Βέβαια, δεν είναι συνηθισμένο γεγονός ο έρωτας και ο γάμος Οθωμανών και Ελληνίδων, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όμως οι Τουρκαλβανοί του Λάλα άπλωσαν κάποιες φορές το χέρι τους και εξέφρασαν την επιθυμία τους σε όμορφες Ελληνίδες της περιοχής, όπως το είδαμε και στο τραγούδι «Της Γαλάναινας», και δημιούργησαν στενούς συγγενικούς και άλλους δεσμούς με χριστιανικές οικογένειες της Ηλείας. Η αγριότητα του χαρακτήρα τους υποκλίθηκε πολλές φορές στη γυναικεία ομορφιά και χάρη και ευαισθησία ανεξάρτητα από θρησκεία ή εθνότητα.
Μήπως ένας από τους τελευταίους ηγέτης των Αλβανών του Λάλα, ο περίφημος Αλή Φαρμάκης, δεν προτίμησε να πεθάνει πολιορκημένος απ’ τον Σουλτανικό στρατό παρά να παραδώσει τον αδελφοποιτό του τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στους διώκτες του στο μεγάλο κατατρεγμό των κλεφτών του Μοριά λίγο πριν την επανάσταση του 1821; Δίκαια λοιπόν η δημοτική μούσα τίμησε πολλές φορές την οικογένεια των μπέηδων του Λάλα!

Δ΄ Τα νεώτερα χρόνια

΄Ότι ισχύει για την Αρχαία Ηλεία ισχύει σε γενικές γραμμές και για τη Νεώτερη. Πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά αποτελεί μια από τις επαρχίες του Αθηνοκεντρικού Νεοελληνικού κράτους. Μόνο τα τελευταία χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών άρχισαν να δημιουργούνται κάποιοι πυρήνες τοπικής πολιτιστικής ανάπτυξης που όμως δεν είχαν συνέχεια.
Πολλοί και σημαντικοί είναι οι λογοτέχνες, επιστήμονες και καλλιτέχνες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ηλεία αλλά μετακόμισαν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στην Αθήνα. Οι λίγοι που έμειναν ως το 1950 δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τη μετριότητα του επαρχιωτισμού και του εύκολου, γλυκερού και ανούσιου γραψίματος που μένει στην επιφάνεια και αγνοεί το βάθος των πραγμάτων. Επίσης, η λογοτεχνία ή η τέχνη που καλλιεργήθηκε από Ηλείους δεν έχει τοπικά χαρακτηριστικά κι ούτε μπορεί να ενταχθεί με κάποιο τρόπο σε κάποια τοπική σχολή.
Στην Ηλεία γεννήθηκαν ή έζησαν συγγραφείς ετερόκλητοι και εν πολλοίς ανόμοιοι μεταξύ τους. Βέβαια, στα έργα αρκετών από αυτούς υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά στη γλώσσα, όπως π.χ. στους αδελφούς Καρκαβίτσα και τον Τάκη Δόξα ή στη θεματογραφία ή τον χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές τους, όπως π.χ. στο Σινόπουλο και τον Παυλόπουλο. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν πολλά σε πολλούς άλλους, δεν υπάρχουν σε βαθμό τέτοιο όμως που να προσδίδουν κάποια ιδιαιτερότητα σε κάποιους και να τους ομαδοποιούν κατά το πρότυπο της Επτανησιακής σχολής.
Ηλείοι είναι οι πεζογράφοι: Αντρέας και Ντίνος Καρκαβίτσας, Διον. Κόκκινος, Ζάρκος, Γερ. Μακρυδήμας, Τ. Δόξας, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Ν. Καχτίτσης, Ηλ. Παπαδημητρακόπουλος, Αντ. Σιμιτζής, Ν. Κοκκαλίδου-Ναχμία, Ζωή Σπυροπούλου, Γ. Τσεριώνης, Θ. Τζίφας και πολλοί άλλοι. Οι ποιητές: Θ. Ξύδης, Φ. Πασχαλινός, Δ. Κόκκος, Τ. Σινόπουλος, Π.Α.Σινόπουλος, Γ. Παυλόπουλος, Γ. Παναγουλόπουλος, Α. Μορτόγιας, Κ. Οικονόμου, Εφη Αιλιανού, Δ. Κράγκαρης, Α. Φουσκαρίνης, Στ. Κουτσούνης, Χ. Μεγαλυνός, Ηλ. Γκρης, Θ. Τσίρος, Γ, Γώτης, Ιων Ζώης και άλλοι. Οι θεατρικοί συγγραφείς: Μπάμπης Τσικληρόπουλος και Παύλος Μάτεσης, ο ζωγράφος Δανιήλ, ο φωτογράφος Θ. Τσιρώνης, ο χαράκτης Θ. Εξαρχόπουλος, οι οικονομολόγοι Σ. Καράγιωργας και Πετραλιάς, ο κοινωνιολόγος Δ. Ψυχογιός, οι δοκιμιογράφοι, ιστορικοί και λαογράφοι Δημόπουλος, Ντ. Ψυχογιός, Ελ. Ψυχογιού, Μπούτσικας, Αναστόπουλος και άλλοι, ο κινηματογραφιστής Κ. Αριστόπουλος, ο διευθυντής φωτογραφίας Ανδρέας Σινάνος, οι ηθοποιοί Αντωνόπουλος και Καζάκος, η φιλόλογος Μάρθα Αποσκίτη και άλλοι πολλοί λιγότερο ή περισσότερο σημαντικοί.
΄Όπως φαίνεται και από την παράθεση των ονομάτων αυτών, που είναι μάλλον ενδεικτική γιατί υπάρχουν πολλοί περισσότεροι σε κάθε τομέα που εξετάστηκε, πολλοί από αυτούς ξεπέρασαν τα περιορισμένα όρια της Ηλείας και της Ελλάδας και διέπρεψαν στους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε ο καθένας και αποτελούν σήμερα πλήρως καταξιωμένες μορφές του πνευματικού και καλλιτεχνικού πανθέου των Νεοελλήνων. Ενδεικτικό είναι επίσης το γεγονός ότι οι περισσότεροι έζησαν ή ζουν ακόμη μακριά από την Ηλεία στην πρωτεύουσα της χώρας ή σε άλλες σημαντικές πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, κάποιοι στο εξωτερικό και ελάχιστοι στο γενέθλιο τόπο. Επίσης, παρά τα κοινά βιώματα, σχεδόν κανείς δεν μοιάζει με τον άλλο κι ούτε υπάρχει ομοιογένεια ή ομαδοποίηση παρά την κοινή δράση κάποιων από αυτούς.
Οι λογοτέχνες ασχολήθηκαν με όλα σχεδόν τα είδη του λόγου ακόμα και με τη μετάφραση. Στην Ηλεία και συγκεκριμένα στην Ανδρίτσαινα γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κωμειδυλλίου του 19ου αιώνα, ο Δημήτριος Κόκκος, ο οποίος δολοφονήθηκε στα 1891 μέσα στο θέατρο από κάποιον θεατή που παρεξήγησε όσα έβλεπε στο έργο του συγγραφέα που παρουσιαζόταν εκείνη την ημέρα. Ο Κόκκος όμως καταγόταν από τη Νάξο και έζησε στην Αθήνα, η γέννησή του δε στην Ηλεία, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε τη θητεία του ως σταθμάρχης της χωροφυλακής, ήταν εντελώς συμπτωματική γι’ αυτό και είναι δύσκολο, κατά τη γνώμη μου, να τον θεωρούμε συμπατριώτη μας. Παρά ταύτα αξίζει ν’ ακούσουμε τη φωνή του:
« Αν είν’ αλήθεια ότι κατ’ εικόνα
με το θεό πλασθήκαμε κι ομοίωσή Του,
δεν ξέρω τι τραβάμε το χειμώνα,
αλλά κι αυτός θα βλαστημάει την ποίησή Του.
Φαντάσου ο Θεός χιονίστρες νάχει
Ή και ποδάγρα μ’ ένα τέτοιο κρύο.
Φαντάσου να τον έπιανε συνάχι,
Ή και ρευματισμοί!! Povero Dio!!»
Στην Ηλεία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ποτέ το κέντρο του πλανήτη έγιναν κατά καιρούς αξιόλογες εκδόσεις βιβλίων από την «Αυγή», τη «Μορφωτική ΄Ενωση Λεχαινών», το «Φράγμα», το Δήμο της Ανδραβίδας, τον «Αλφειό» και από άλλους που, πιθανόν, μου διαφεύγουν. Περισσότερα στοιχεία για τους πνευματικούς ανθρώπους της Ηλείας καθώς και ανθολόγηση του έργου τους μπορεί να βρει κανείς στην «Ηλειακή Γραμματολογία» του Τάκη Δόξα και στην «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών» των Γώτη, Κράγκαρη και Φουσκαρίνη καθώς και σχετικά δημοσιεύματα ή ευρύτερα αφιερώματα των εφημερίδων «Πατρίς», «Αυγή», «Πρωινή» και των περιοδικών «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Αλφειός», «Νουμάς» κ.ά.
Ανδρέας Φουσκαρίνης


Σημείωση: Το κείμενο αυτό αποτελεί γραπτή μορφή σειράς ραδιοφωνικών εκπομπών της ΕΡΑ Πύργου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου