Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Ο Μέγας Στρατηλάτης

Στο Διονύση Κράγκαρη
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο Μέγας Στρατηλάτης εμφανίστηκε την τελευταία ημέρα του θέρους στη μικρή κωμόπολη των πέντε χιλιάδων κατοίκων με την τιμητική συνοδεία χιλιάδων τρακτέρ και άλλων σκαπτικών μηχανημάτων παντός είδους. Απαραίτητων για την εκσκαφή του δρόμου και της παρακείμενης πλατείας παρά τις εύλογες αντιρρήσεις του νεοεκλεγέντος δημάρχου και του δημοτικού του συμβουλίου. Οι τελευταίες βροχές, συνεχείς και κατακλυσμιαίες, είχαν μαλακώσει το έδαφος σε τέτοιο σημείο ώστε να σχίζεται αμέσως ακόμη και με τη χρήση ενός απλού, ξύλινου υνίου, όπως ακριβώς το ξύλο του ευκαλύπτου από τα δυνατά χτυπήματα του ξυλοκόπου.
΄Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν ν’ αρχίσουν όταν συνέβη το απρόσμενο: ο δυνατός αέρας που εφύσηξε εκείνη τη στιγμή, υπερβολικός και ανεξέλεγκτος, πέταξε σε μεγάλη απόσταση τα ελαφρά κλινοσκεπάσματα της όμορφης συζύγου του Μεγάλου Στρατηλάτη, η οποία και γι’ αυτό το λόγο και μόνο εκρυολόγησε βαριά. Η προσοχή όλων, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε περιεσπάσθη και περιεστράφη στην έρευνα για την ανεύρεση των εξαφανισθέντων κλινοσκεπασμάτων και τα μηχανήματα, βοηθούσης και της φυσικής υγρασίας του τόπου, εσκούριασαν εντελώς και έγιναν άχρηστα. Αυτή ήταν και η κύρια αιτία, εξ αιτίας της οποίας δεν ανεσκάφη τότε ο δρόμος και η παρακείμενη πλατεία και ως εκ τούτου δεν φυτεύτηκαν ποτέ τα τρυφερά ραπανάκια, τα κρεμμύδια και τα άλλα ζαρζαβατικά που ήταν απαραίτητα για τη διατροφή του πληθυσμού καθώς και οι λεύκες, οι γνωστές και ως πράσινος χρυσός, παρά τις κυβερνητικές αποφάσεις, τη θέληση του βασιλέως και το διακαή πόθο του Μεγάλου Στρατηλάτη.
Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση, περίλυποι έως θανάτου δια την τοιαύτην εξέλιξη των γεγονότων, αποφάσισαν ομόφωνα και χωρίς την αντίρρηση κανενός, ούτε κι αυτού του δημάρχου που μέχρι τότε διαφωνούσε με τη σκοπιμότητα του έργου, να απόσχουν για ένα ολόκληρο τριήμερο από τον έρωτα σε ένδειξη σιωπηρής πλην όμως δυνατής διαμαρτυρίας. Ο λαός όμως της μικρής κωμόπολης και των γύρω χωρίων είχε άλλη γνώμη και γι’ αυτό και δεν τους ακολούθησε σ’ αυτή τους τη μεγαλειώδη όσο και αποτελεσματική απόφαση. Απόδειξη μεγάλη και αδιαπραγμάτευτη: μετά από εννιά μήνες ακριβώς αυξήθηκε υπέρμετρα ο ντόπιος πληθυσμός, θα έλεγα και επικίνδυνα, αφού ο ζωτικός χώρος της κωμόπολης και των γύρω χωριών ήταν αδύνατο να διαθρέψει τόσο πλήθος γι’ αυτό και οι περισσότεροι μετανάστευσαν εν καιρώ σε χώρες μακρινές και πόλεις πνιγηρές από τον καύσωνα και τα καυσαέρια των συνεχών μετακινήσεών τους.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Ημιτελές σχέδιο τηλεοπτικού σεναρίου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Αυτή με κόκκινα μαλλιά και πράσινες κάλτσες μπελ επόκ.
Αυτός πάσχων εκ πριαπισμού, ατημέλητος και κακεντρεχής. Κατάσταση θλιβερή και αθεράπευτη, κατάλληλη μόνο για μελό παρωχημένης εποχής.
Συναντώνται εσκεμμένως και εν κρυπτώ στα διάκενα που αφήνει ο χρόνος ανάμεσα σε δύο εκσπερματώσεις και τέσσερα αναφιλητά.
Αποτέλεσμα κανένα. Αναμενόμενο άλλωστε. Απόφαση καμιά. Οι υλακές της νύχτας δεν επιτρέπουν τελικά την τελεσφόρηση των πόθων και την αυτόματη υγροποίηση των οδυρμών και του πάθους.
Με μεγάλα καλλιτεχνικά γράμματα το τέλος. Δεν αναγράφονται πουθενά ονόματα ηθοποιών, σκηνοθέτη, σκηνογράφων, τεχνικών κ.λπ. Προς τι άλλωστε, αφού την ιστορία τη γράφει η ίδια η ζωή και όχι ένας χαρισματικός σεναριογράφος.
Εν τέλει τα γεγονότα διεξήχθησαν αλλιώς. Ο παραγωγός που θα αναλάμβανε την εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου τόριξε στην προαγωγή και προστασία ωραίων και εύκολα ερωτεύσιμων γυναικών, δημιουργώντας προς τούτο κέντρα ηδονής σε ολόκληρη την επικράτεια προς μεγάλη ευχαρίστηση εμένα και των οικείων μου που τώρα είναι απολύτως σίγουροι ότι δεν πρόκειται να στερηθούν ποτέ την αναγκαία σε αυτούς αλλά και αναντικατάστατη παρουσία μου.
Αυτά για τους άλλους. Προσωπικά ελπίζω όμως να ευοδωθούν κάποτε οι σκοποί μου και οι στόχοι μου για να αντιληφθούν όλοι τέλος πάντων ότι κάτι αξίζουμε κι εμείς που δεν βγήκαμε ακόμη στο κουρμπέτι γιατί δε βρήκαμε εκδότη ή παραγωγό.

Απόπειρα περιγραφής φοιτητικής συγκέντρωσης της δεκαετίας του 1980

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Αδαμάντιος Κοραής, με μαύρο περιβραχιόνιο στο κάτασπρο χέρι του και μ’ ένα νεράντζι σφηνωμένο στα κενά της μασχάλης του, ατενίζει απαθής και αδιάφορος τις ορδές των Ούννων και των Πατζινακών που κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου σε πλήρη σχηματισμό ενώ κάτω από τη χλαμύδα του Βελεστινλή και το μαύρο ράσο του Πατριάρχη άγνωστος αριθμός ποικιλόμορφων μελανοχιτώνων επιβητόρων της Δεξιάς γλιστρούν ύπουλα αλλά με τάξη στο κέντρο της παράταξης για να επιφέρουν εκ των έσω την αναμενόμενη απ’ όλους διάσπαση των δυνάμεων που θα καταλάμβαναν το χώρο ως λάφυρο νίκης περιφανούς. Η βροχή όμως που επακολούθησε, ραγδαία και απρόσμενη πλην όμως θεαματική, απέτρεψε εντελώς την αναμενόμενη σύγκρουση και τα μεγάφωνα, ελλείψει συνθημάτων, μετέδιδαν συνεχώς και χωρίς ντροπή το «ένα νερό κυρά-Βαγγελιώ» και κατά σπανιότερα διαστήματα το περίφημο εκείνο τραγούδι της Γαλάναινας την οποία, κατά την παράδοση, ερωτεύτηκε κάποτε Λαλαίος αγάς όταν την αντίκρισε να ιππεύει περήφανη και ευσταλής το άλογό της στις όχθες του Ηλειακού Πηνειού.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Συντηρητής πτωμάτων

Στο Γιώργο Γώτη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Το πτώμα ήταν βαπτισμένο στη φορμόλη. Τα γεννητικά όργανα τέμνοντα καθέτως και οριζοντίως τις σχισμές του υπάρχοντος αέρα δεν έδειχναν με ακρίβεια το φύλο παρά τις προσπάθειες γιατρών και νοσοκόμων. ΄Ήταν άρρεν; ΄Ήταν θήλυ; Η γλυκιά και σεμνή Πουλχερία με τις ακαθόριστες καμπυλότητες ή ο Μέγας Αττίλας επιτιθέμενος με τις ανίκητες ορδές του κατά των Ρωμαϊκών λεγεώνων; Ο συντηρητής πτωμάτων του εργαστηρίου της ανατομίας καθώς και ένας νεαρός οδοντίατρος που το ερευνούσε απ’ όλες τις πλευρές αδυνατούσαν πλήρως ν’ απαντήσουν στα εύλογα ερωτήματα των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών. ΄Όμως ο συντηρητής, επειδή και ο ίδιος είχε την περιέργεια αλλά και επειδή ένιωθε συγχρόνως αβάσταχτο το βάρος της ευθύνης στους αδύναμους ώμους του, καραδοκούσε τη στιγμή κατά την οποία το πτώμα θα τεμαχιζόταν κρυφά για να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση και να λυθεί επιτέλους το μέγα τούτο μυστήριο του σύμπαντος. Πλην όμως εις μάτην! Το μυστήριο, δυστυχώς, δεν διελευκάνθη ποτέ γιατί όλοι οι τεμαχιστές επιστήμονες και μη είχαν αποθάνει προ πολλού.

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Ο Εθνικός Δρυμός

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Πολλές φορές επισκέφθηκα τις άγριες βαλανιδιές του εθνικού μας δρυμού για να δω τον ήλιο να ασπαίρει με τους υπέργειους εναγκαλισμούς των υπερύψηλων κλαδιών τους. Πλην όμως ουδέποτε ανεχώρησα εκείθεν πλήρης ευωχίας και μέθης Διονυσιακής. Είναι τόσες οι σκηνές του καθ’ ημέραν βίου που αναπηδούν ανά πάσα στιγμή ως κέλητες βαρβάτοι και γαυριώντες εν εξάλλω καταστάσει στο αντίκρισμα και μόνο νεαράς γυμνής φοράδας ώστε να μη μένει πλέον καιρός για την πνιγηρή οδοιπορία των ευστόχων στοχασμών και την καθημερινή επιβίωση στο θλιβερό περιβάλλον που ζούμε. ΄Έτσι, μη έχοντας τι άλλο να κάνω σ’ αυτές τις περιστάσεις, ανακράζω περίτρομος το «άλαλα τα χείλη των ασεβών» και αναζητώ αμέσως της ακακίας το φύλλωμα, ιδίως αν είναι ντάλα μεσημέρι, όταν ο ήλιος ρίχνει κάθετα τις οξείες γωνίες των ακτίνων του σείων συγχρόνως επικίνδυνα, ως μέγα καλειδοσκόπιο, το νέο απορρυπαντικό των πλαγίων εξαπλώσεων.

Η Ερμιόνη

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Εκδοχή πρώτη: γνωστή περιοχή της Ανατολικής Πελοποννήσου.
Εκδοχή δεύτερη: η Ερμιόνη εν εξάλλω καταστάσει και σχεδόν ημίγυμνη φιλάει περιπαθώς την Τερψιχόρη στο στόμα. ΄Ύστερα χορεύει ένα μοναχικό ερωτικό χορό. Αναγκαστικά, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατίθεται στα σκέλη του Διονύση.
Εκδοχή Τρίτη και φαρμακερή και φυσικά κατά Διονύση: η δουλειά, φως φανάρι, ήταν από καιρό στημένη απ’ τους μανιώδεις καπνιστές των λευκών πεταλούδων.
Εκδοχή τέταρτη και μάλιστα κατά τη μαρτυρία των παρευρισκομένων: η στύση ήταν, όπως πάντα, υπόθεση καθαρά πνευματική.
Τελική διαπίστωση μετά από εξαντλητική εξέταση όλων των δεδομένων: η Ερμιόνη δεν είναι παρά μία μικρά νήσος του Ειρηνικού και ως εκ τούτου δεν ανήκει στον κύκλο των ονείρων και των επιθυμιών μου και, όπως είναι φανερό, ούτε και στον κύκλο των ονείρων του Διονύση. Συνεπώς, δεν πρόκειται να μας απασχολήσει άλλο κι έτσι το κείμενο δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Στιγμές απ' τη ζωή ενός σαλτιμπάγκου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πόνος ενδόμυχος και πίκρα βαθιά που δεν λέγεται. Βαθιές αυλακιές και σκασίματα τραχιά μιας μορφής ηλιοψημένης, φαγώματα αποτρόπαια του μαύρου σαρακιού που τρώει τη ζωή του ανθρώπου καθημερινά. Μάτια θαμπά, άτονα, που ατενίζουν το σύμπαν με κούραση, καρτερώντας την ώρα που θα πιούνε το χρόνο στιγμή τη στιγμή ως το τέλος του. Προσπάθεια μεγάλη, τεράστια, φορτωμένη με γνώση από ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κόντρα στο ρυθμό της ζωής. Υπομονή ως την ώρα της διάλυσης. Ως την ύστατη ώρα.
Κοιμήθηκε έχοντας στο νου του μια νεροχελώνα. Την είδε και πάλι στο όνειρό του, ολοκάθαρα, σαν ζωντανή. Κουνούσε πέρα δώθε το φιδίσιο κεφάλι της σαν εκκρεμές που χτυπάει ασταμάτητα τις ώρες στον τοίχο. Με τη λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο γλώσσα της άρχισε να του γλείφει τα γένια, το στόμα, τα μάτια, το μέτωπο. Σε λίγο τα χέρια και τα πόδια. Της χάιδεψε τρυφερά το σκληρό της το κέλυφος. Η κρύα του επιφάνεια, παγερή σαν τον θάνατο, τον ξύπνησε αμέσως. ΄Έφερε το χέρι στο μέρος της καρδιάς και προσπάθησε να μετρήσει τους ακανόνιστους χτύπους της μονάχος. Μάταιος ο κόπος, η προσπάθεια χαμένη στο κενό μαζί με τα κομμάτια της ρημαγμένης του ζωής.
Σκέφτηκε τότε πολλά και κυρίως τις στιγμές που με την Ιωάννα συντροφιά τραμπαλιζόταν αμέριμνος πάνω σε δρύινες κορυφές. Αλλοτινές στιγμές συγκινησιακού μεγαλείου που ορμούσαν ακάθεκτες σαν ύαινες από το βάθος της ύπαρξης, σαν άγριος χείμαρρος τις σκληρές χειμωνιάτικες νύχτες. Χαμογέλασε πικρά. Βυθισμένος στο ακίνητο τέλμα της τωρινής του απραξίας μετράει τη ζωή του και τη βρίσκει λειψή, χωρίς νόημα. Χαμόγελο πικρό, ψυχοφθόρο, του τέλος που αργεί να φανεί στον ορίζοντα. Φυσικά, λείπει η απόφαση.
Οι σκέψεις, σκληρές και αδυσώπητες, τον χτυπούν σαν σφυριά στο μυαλό κι αυλακώνουν και πάλι το μέτωπο. Η μπόχα του φέρνει ναυτία και εμετό. Τα όνειρα είναι νεκρά και παύουν να χύνουν το γλυκό τους το βάλσαμο στη θλιμμένη του ψυχή. Το μέλλον βουβό κι απροσδιόριστο. Ξημερώνει.
Η απόφαση πάρθηκε αμέσως, με περίσκεψη και αιδώ. Αλλά και με απλή εγκαρτέρηση. ΄Έπιασε μαλακά το σφυγμό του και ύστερα, φέρνοντας αργά και τελετουργικά το χέρι του στο μέρος της καρδιάς, πέθανε, κρατώντας ως το τέλος με υπέρτατη προσπάθεια την αναπνοή του. Ο ήλιος που ανέτειλε σε λίγο δεν είδε τίποτ’ άλλο από το ξύλινο φέρετρο, κλειστό, χωρίς άνθη και άσπρες κορδέλες. Από το φόβο, είπαν, μιας απρόσμενης μόλυνσης. Και φυσικά, όχι μόνο σωματικής.
1974,1977,1981.