Με ιδιαίτερη ικανοποίηση έλαβα την τελευταία (3η) ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Φρυκτωρίες» του καταξιωμένου Ηλείου φιλόλογου και Ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη. Το βιβλίο εξεδόθη το 2010 σε μια καλαίσθητη έκδοση από το «Βιβλιοπανόραμα» του εκδότη Γιώργου Δημητρόπουλου στην Αμαλιάδα –ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένου με το έργο των Ηλείων Λογοτεχνών- με την Λογοτεχνική επιμέλεια του εκλεκτού συμπατριώτη Λογοτέχνη Λεωνίδα Καρνάρου…
Ποίηση γράφουν πολλοί. Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που συγκαταλέγονται ανάμεσα εις τους την ελληνικήν γλώσσαν και παιδείαν κατέχοντες και μετέχοντες. Πιστεύω ότι ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βρίσκεται στην ωριμότερη περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας. Κατέχει το λόγο.
Φλογερά μηνύματα ήταν οι φρυκτωρίες των αρχαίων Ελλήνων, φλογερά μηνύματα μας φέρνουν τα ποιήματα της συλλογής του Α. Φ. την εποχή της πνευματικής στέγνιας, της χρεωκοπίας των ιδεολογιών, την εποχή του διαδικτύου και του μοναχικού, ηλεκτρονικού πολιτισμού μας. Καθένα από τα ποιήματα είναι κι ένα φλογερό μήνυμα. Ο ποιητής ζει μέσα στον κόσμο με τις κεραίες του εν εγρηγόρσει. Παρατηρεί, διαπιστώνει, συμμετέχει, συμπάσχει. Ψάχνει να βρει και ν’ αναστήσει τα χαμένα σύμβολα:
…Και ο Δον Κιχώτης
Απόκοσμος και αλλοπρόσαλλος
Χωρίς το σύντροφο και υποτακτικό του Σάντσο
Δεν βρίσκει πια τους ανεμόμυλους στη θέση τους.
Αντικαταστάθηκαν
Οριστικά και αμετάκλητα
Από ηλεκτροκίνητους
Γερμανικούς.
«Ο τετραγωνισμός του κύκλου»
Καραδοκούν άλλωστε τόσοι και τόσοι ξένοι και ημεδαποί επενδυτές ν’ αντικαταστήσουν, με το αζημίωτο, τους παρωχημένους και πεπαλαιωμένους ανεμόμυλους. ΄Όλα τα προσεγγίζει η ευαίσθητη γραφίδα του ποιητή:
…Τις παρθένες τις άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις μακριές προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
«Δείχτε μας κάτι»
Η νοικοκυρά
Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Περήφανη
Για το πραγματικό μεγαλείο
Της νοικοκυροσύνης της.
΄Όλα ταχτοποιημένα στην εντέλεια στο σπίτι
Και με τάξη.
Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι της
Είδε πως ξέχασε το δίχτυ με τα ψώνια
Στη γκαρσονιέρα του γηραιού της φίλου…
(απόσπασμα)
Ο ποιητής όντας ο ίδιος μάχιμος εκπαιδευτικός παραστέκεται με θλίψη και συμπόνοια στο παιδί, τη φύτρα του τόπου μας, στις καθιερωμένες πλέον καταλήψεις του ετοιμόρροπου οικοδομήματος της Νεοελληνικής μας Παιδείας:
Η κατάληψη
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική.
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
Και δίδαγμα μέγιστο για τις επερχόμενες γενιές
Επαναστατικής τακτικής.
Το αποτέλεσμα
Ήταν το αναμενόμενο
Και αρκούντως θεαματικό.
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Έτσι σαν εμφανίστηκε η μπουλντόζα
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε
Όπως σε άλλες περιστάσεις…
(Απόσπασμα)
Ζητάει βοήθεια από το Γουτεμβέργιο!
…Σπούδασα σε ανήλιαγες αίθουσες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες.
Τόσα χειρόγραφα μελέτησα
Κι ο Γουτεμβέργιος
Καβαλάρης των αιώνων ατίθασος
Οι αίθουσες όμως ανήλιαγες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες
Σκοτεινά σπουδαστήρια της νιότης
Κι ο Γουτεμβέργιος
Μαύρες οπές στο σκοτάδι…
«Σπουδές» (Απόσπασμα)
Ακολουθεί τον παραπλανημένο ανθρωπάκο, τον κουμπάρο του βουλευτή, που την επαύριο των εκλογών έχει ξεχάσει την ύπαρξή του:
Ο κουμπάρος
Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας του Κολωνακίου.
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως.
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμη.
Αφουγκράζεται τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του πολιτικού. Κι αναζητεί τα ξεχασμένα λάβαρα στα βασίλεια του σκώρου.
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους.
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους.
Κανείς δεν θα τα θυμηθεί ποτέ!
Από τότε κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες
Και τα λάβαρα βρίσκονται κλεισμένα
Σε σκοτεινές αποθήκες
Στα βασίλεια του σκώρου
Για να θυμούνται οι μεταγενέστεροι
Το θλιβερό γεγονός που κατέστρεψε
Οριστικά και ανεπανόρθωτα
Την ηρεμία των ουρητηρίων
Της πλατείας Συντάγματος.
Στο προηγούμενο κριτικό σημείωμα (του Αντρέα Σκαμπαρδώνη) για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη διάβασα ότι η ποίησή του έχει στοιχεία από Καρυωτάκη. Δεν συμφωνώ. Ο Καρυωτάκης ήταν παρατημένος. Ο Φουσκαρίνης παλεύει, αντιτάσσεται, υπαινίσσεται με μια λεπτή, αδιόρατη ειρωνεία, σατιρίζει εύστοχα, λέει την αλήθεια, θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μα δεν αλλάζει ο κόσμος αν δεν αλλάξει ο άνθρωπος. Οι στίχοι του θυμίζουν το Γ. Νεγρεπόντη της μεταπολίτευσης, με τον «κλητήρα» και τις «μπομπονιέρες», τον Μπρεχτ και έχουν κάποια στοιχεία πίκρας και φιλοπατρίας από την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου.
Είμαι ευτυχής που υπάρχουν στον τόπο μου ποιητές σαν τον Α. Φ. , που συνεχίζουν την Ηλειακή παράδοση. Συνέχισε Ανδρέα! ΄Εχομε δρόμο ακόμη. Ο τόπος χρειάζεται και ποιητές, καιόμενους, όπως φανταζόταν ο μεγάλος Τάκης Σινόπουλος τον ρόλο του ποιητή: «Πάντα τον φανταζόμουνα να γράφει ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνεήδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του».
Αλλά και ο Ν. Εγγονόπουλος στην «Κοιλάδα με τους ροδώνες»:
«…Κι’ ο ποιητής πάντα έτοιμος,
το όπλον παρά πόδας,
να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει!»
Κλείνοντας κρίνω σκόπιμο ν’ αντιπαραβάλλω ένα ποίημα του Ανδρέα Φουσκαρίνη με μερικούς επίκαιρους υπαινικτικούς στίχους από την ωδή του Κάλβου:
Αι ευχαί
Καλύτερα καλύτερα
Διασκορπισμένοι οι ΄Ελληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες
Παρά προστάτας νάχωμεν.
Δεν με θαμβώνει πάθος
Κανένα. Εγώ την λύραν
Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
Σιμά εις του μνήματός μου
Τ’ ανοικτόν στόμα.
Α. Κάλβος
Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη
Γεννήθηκα στο βάθος μιας χαράδρας
Στην κόχη μιας ελιάς.
Μετατοπίστηκα μονάχα
Όσο μου ήταν απαραίτητο να ζήσω.
Τώρα σας χαιρετώ, δεν έχω τάφο
Ξύλινο ή μαρμαρένιο
Και λόγια σαν αυτά
Με την πνοή του αέρα
Διασχίζουνε το σύμπαν
Δίχως ειρμό και σκέψη’
Α. Φουσκαρίνης
Ζωή Θ. Σπυροπούλου
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011
Ποιητικές συμπληγάδες: Για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Του Ανδρέα Σκαμπαρδώνη
Ο Φουσκαρίνης τύπωσε την πρώτη του συλλογή το 1980, με το ψευδώνυμο Αρχίλοχος Ναβίδης, Πρελούντιο, είναι ο τίτλος της, δηλαδή μουσικό προανάκρουσμα. Θα κατανοήσουμε καλύτερα το δεύτερο βιβλίο του –Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή τιτλοφορείται- αν ρίξουμε μερικές διερευνητικές ματιές στο προηγούμενο. Τα ποιήματα του Πρελούντιου εκτείνονται από το 1972 («Μνήμη Γιώργου Σεφέρη») έως την Πρωτομαγιά του 1979 («Δοξαστικό της πικρής στιγμής»). Η συλλογή δεν περιέχει όλα όσα έγραψε τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο ποιητής περιορίζεται σε μιαν αυστηρή και επώδυνη επιλογή στίχων. Τα πικρά χρόνια της νιότης σημαδεύουν εκείνα τα ποιήματα. Η μελαγχολική διάθεση τα διαποτίζει. Η ποιητική έκφραση του συναισθηματισμού του όμως θυμίζει, εδώ κι εκεί, άλλες εποχές, αισθητικά παρωχημένες.
Στο Πρελούντιο υπάρχουν λέξεις κι εκφράσεις που θυμίζουν αισθητική άλλων καιρών: περγέλιο (σελ. 7), (γδυμνό κουπί (σελ. 23), αδίκια τυράγνια (σελ.27).
Δεν επιχειρώ να μειώσω την αξία της πρώτης συλλογής του Φουσκαρίνη, αλλά να επισημάνω το στίγμα της. Ο τίτλος της σημαίνει προοίμιο, άλλωστε. Σπανίζει η περίπτωση να εμφανίζεται κανείς εξαρχής πάνοπλος στον πνευματικό στίβο. Αφήνω δε κατά μέρος ότι αυτό, κάποτε, δρα ανασταλτικά στην περαιτέρω πορεία του. Η τέχνη είναι πολύ δύσκολη και ιδιότυπη υπόθεση. Συμπεριλαμβάνονται πάντως, στο Πρελούντιο και ποιήματα που απέχουν παρασάγγας από τον παρωχημένο συναισθηματισμό. Η αισθητική τους είναι σύγχρονη. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα, το «Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη», μαρτυρεί τις δυνατότητες του Φουσκαρίνη τις οποίες πρέπει να εκμεταλλευθεί.
Η ενότητα Συμπληγάδες πέτρες», γραμμένη κατά τη διάρκεια των ετών 1972-1980, είναι πολυκύμαντη στη συναισθηματική της φόρτιση. Η πλούσια σε εξωτερικά γεγονότα εποχή της σύνθεσής της εκφράζεται με την αντιφατικότητα που τη διακρίνει, εξίσου αντιφατικά στον υποκειμενικό κόσμο του ποιητή. «Μαύρο σκοτάδι πλανιέται παντού», αλλά «ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει!» (σελ. 11). Ο ποιητής ζητεί από την ψυχή του να κρατηθεί γερά στις επάλξεις, ώσπου ν’ αρχίσει το μεγάλο τραγούδι.
΄Έως τότε, όμως θα επικρατεί «γαλήνη στη χώρα των τάφων» (σελ. 12). Δε βλέπει πουθενά το φως που θα «τρυπήσει το μαύρο σκοτάδι», ενώ «οι νέοι δεν μπήκαν ακόμη μπροστά», «Ακανθώδες το ζήτημα της διαδοχής!» (σελ. 15). Και τους υπόλοιπους στίχους της ενότητας τους διαρρέει το ίδιο πνεύμα. ΄Έως τώρα αντέξαμε, τονίζει. Αλλά πότε θα έρθει ο λυτρωμός; Πλέοντας κανείς ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες, οπωσδήποτε δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα του ταξιδιού. Προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος κι ελπίζει. Τα συναισθήματά του είναι αντιφατικά, γιατί πότε οι πέτρες πάνε να τον συντρίψουν, πότε αποφεύγει τον κίνδυνο. Επομένως, δεν πρέπει να παραξενευόμαστε όταν αυτή η αντιφατικότητα εκφράζεται στην ίδια ποιητική ενότητα.
Η ενότητα «Παραλλαγές» (1978-1979) εντάσσεται στον ίδιο ιδεολογικό κι αισθητικό χώρο. Την απαρτίζουν εφτά ποιήματα. Η ίδια στυφή γεύση κι εδώ, η ίδια μελαγχολική διάθεση. Η ζωή φεύγει διαρκώς, «κανείς δεν μπορεί ν’ ανακόψει του χρόνου την πένθιμη επέλαση» (σελ. 28). Ο στίχος θυμίζει, όπως και τόσοι άλλοι του Φουσκαρίνη, Καρυωτάκη. Θυμίζει, απλώς… Ο ποιητής μας δεν είναι καρυωτακικός. Η δική του ατμόσφαιρα διαφέρει από εκείνη του αυτόχειρα της Πρέβεζας. Ενώ η ποίηση του δεύτερου είναι σαρκαστική και σκληρή, η μελαγχολία του πρώτου διαρρέεται από έναν γλυκερό συναισθηματισμό. Τις «Παραλλαγές» καθώς και τις «Συμπληγάδες πέτρες» τις χαρακτηρίζει η σύγχρονη θεματική. Αλλά, εντούτοις, κι εδώ έχουν παρεισφρήσει εκφράσεις της παλαιάς ποίησης:
«΄Ήρθε η ώρ’ αδελφοί μου
της χαράς οι τρανοί γυρολόγοι
να σταθούν να ζεστάνουν τα χέρια
που πάγωσαν σε κρύο αιώνων
στ’ ανεμόδαρτα υψώματα»,
γράφει ο Φουσκαρίνης στο τέλος των «Παραλλαγών» (σελ. 30).
Περιοδικό ΑΛΦΕΙΟΣ, τεύχος 8-10, Χειμώνας 95-Καλοκαίρι 96 (Αποσπάσματα). Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ Πύργου, Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010, σελ. 34, από τη στήλη «Πολιτιστικοί Ορίζοντες με θέα το Ιόνιο» της πεζογράφου Ζωής Θ. Σπυροπούλου
Ο Φουσκαρίνης τύπωσε την πρώτη του συλλογή το 1980, με το ψευδώνυμο Αρχίλοχος Ναβίδης, Πρελούντιο, είναι ο τίτλος της, δηλαδή μουσικό προανάκρουσμα. Θα κατανοήσουμε καλύτερα το δεύτερο βιβλίο του –Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή τιτλοφορείται- αν ρίξουμε μερικές διερευνητικές ματιές στο προηγούμενο. Τα ποιήματα του Πρελούντιου εκτείνονται από το 1972 («Μνήμη Γιώργου Σεφέρη») έως την Πρωτομαγιά του 1979 («Δοξαστικό της πικρής στιγμής»). Η συλλογή δεν περιέχει όλα όσα έγραψε τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο ποιητής περιορίζεται σε μιαν αυστηρή και επώδυνη επιλογή στίχων. Τα πικρά χρόνια της νιότης σημαδεύουν εκείνα τα ποιήματα. Η μελαγχολική διάθεση τα διαποτίζει. Η ποιητική έκφραση του συναισθηματισμού του όμως θυμίζει, εδώ κι εκεί, άλλες εποχές, αισθητικά παρωχημένες.
Στο Πρελούντιο υπάρχουν λέξεις κι εκφράσεις που θυμίζουν αισθητική άλλων καιρών: περγέλιο (σελ. 7), (γδυμνό κουπί (σελ. 23), αδίκια τυράγνια (σελ.27).
Δεν επιχειρώ να μειώσω την αξία της πρώτης συλλογής του Φουσκαρίνη, αλλά να επισημάνω το στίγμα της. Ο τίτλος της σημαίνει προοίμιο, άλλωστε. Σπανίζει η περίπτωση να εμφανίζεται κανείς εξαρχής πάνοπλος στον πνευματικό στίβο. Αφήνω δε κατά μέρος ότι αυτό, κάποτε, δρα ανασταλτικά στην περαιτέρω πορεία του. Η τέχνη είναι πολύ δύσκολη και ιδιότυπη υπόθεση. Συμπεριλαμβάνονται πάντως, στο Πρελούντιο και ποιήματα που απέχουν παρασάγγας από τον παρωχημένο συναισθηματισμό. Η αισθητική τους είναι σύγχρονη. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα, το «Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη», μαρτυρεί τις δυνατότητες του Φουσκαρίνη τις οποίες πρέπει να εκμεταλλευθεί.
Η ενότητα Συμπληγάδες πέτρες», γραμμένη κατά τη διάρκεια των ετών 1972-1980, είναι πολυκύμαντη στη συναισθηματική της φόρτιση. Η πλούσια σε εξωτερικά γεγονότα εποχή της σύνθεσής της εκφράζεται με την αντιφατικότητα που τη διακρίνει, εξίσου αντιφατικά στον υποκειμενικό κόσμο του ποιητή. «Μαύρο σκοτάδι πλανιέται παντού», αλλά «ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει!» (σελ. 11). Ο ποιητής ζητεί από την ψυχή του να κρατηθεί γερά στις επάλξεις, ώσπου ν’ αρχίσει το μεγάλο τραγούδι.
΄Έως τότε, όμως θα επικρατεί «γαλήνη στη χώρα των τάφων» (σελ. 12). Δε βλέπει πουθενά το φως που θα «τρυπήσει το μαύρο σκοτάδι», ενώ «οι νέοι δεν μπήκαν ακόμη μπροστά», «Ακανθώδες το ζήτημα της διαδοχής!» (σελ. 15). Και τους υπόλοιπους στίχους της ενότητας τους διαρρέει το ίδιο πνεύμα. ΄Έως τώρα αντέξαμε, τονίζει. Αλλά πότε θα έρθει ο λυτρωμός; Πλέοντας κανείς ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες, οπωσδήποτε δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα του ταξιδιού. Προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος κι ελπίζει. Τα συναισθήματά του είναι αντιφατικά, γιατί πότε οι πέτρες πάνε να τον συντρίψουν, πότε αποφεύγει τον κίνδυνο. Επομένως, δεν πρέπει να παραξενευόμαστε όταν αυτή η αντιφατικότητα εκφράζεται στην ίδια ποιητική ενότητα.
Η ενότητα «Παραλλαγές» (1978-1979) εντάσσεται στον ίδιο ιδεολογικό κι αισθητικό χώρο. Την απαρτίζουν εφτά ποιήματα. Η ίδια στυφή γεύση κι εδώ, η ίδια μελαγχολική διάθεση. Η ζωή φεύγει διαρκώς, «κανείς δεν μπορεί ν’ ανακόψει του χρόνου την πένθιμη επέλαση» (σελ. 28). Ο στίχος θυμίζει, όπως και τόσοι άλλοι του Φουσκαρίνη, Καρυωτάκη. Θυμίζει, απλώς… Ο ποιητής μας δεν είναι καρυωτακικός. Η δική του ατμόσφαιρα διαφέρει από εκείνη του αυτόχειρα της Πρέβεζας. Ενώ η ποίηση του δεύτερου είναι σαρκαστική και σκληρή, η μελαγχολία του πρώτου διαρρέεται από έναν γλυκερό συναισθηματισμό. Τις «Παραλλαγές» καθώς και τις «Συμπληγάδες πέτρες» τις χαρακτηρίζει η σύγχρονη θεματική. Αλλά, εντούτοις, κι εδώ έχουν παρεισφρήσει εκφράσεις της παλαιάς ποίησης:
«΄Ήρθε η ώρ’ αδελφοί μου
της χαράς οι τρανοί γυρολόγοι
να σταθούν να ζεστάνουν τα χέρια
που πάγωσαν σε κρύο αιώνων
στ’ ανεμόδαρτα υψώματα»,
γράφει ο Φουσκαρίνης στο τέλος των «Παραλλαγών» (σελ. 30).
Περιοδικό ΑΛΦΕΙΟΣ, τεύχος 8-10, Χειμώνας 95-Καλοκαίρι 96 (Αποσπάσματα). Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ Πύργου, Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010, σελ. 34, από τη στήλη «Πολιτιστικοί Ορίζοντες με θέα το Ιόνιο» της πεζογράφου Ζωής Θ. Σπυροπούλου
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011
Ανδρέα Φουσκαρίνη; «Φρυκτωρίες» - Ποίηση
Της Λίτσας Δαμουλή-Φίλια
Ο ποιητής Ανδρέας Φουσκαρίνης αυτή τη φορά διάλεξε τον τίτλο Φρυκτωρίες για την ποιητική συλλογή που πρόσφατα εξέδωσε από τις εκδόσεις του Γιώργου Δημητρόπουλου «Βιβλιοπανόραμα», 2010. Οι φρυκτωρίες στην αρχαιότητα ήταν η μετάδοση σημάτων με πυρσούς κατά τη νύχτα σε μακρινές αποστάσεις.
Μα την αλήθεια ωραίος τρόπος για να μεταδίδεις σήματα μακριά, με σιωπηλό τρόπο, κι ο καθένας ας το πάρει όπως θέλει… Κάτι αντίστοιχο έκαναν και οι Ινδιάνοι στους λόφους της Αμερικής κάποτε.
Είναι ένας τρόπος σιωπηλής διαμαρτυρίας η ποίηση του Φουσκαρίνη, διαποτισμένη με έντονη ειρωνεία για τους θεσμούς και οτιδήποτε καλοβολεμένο και ψεύτικο κοινωνικά. Ο Φουσκαρίνης αναφέρεται σε νοικοκυρές βαλτωμένες στη δήθεν τάξη του σπιτιού τους, στους πολιτικούς κυρίως, στις πόρνες που θέλουν ν’ αλλάξουν ζωή, στους αυτοπυρπολούμενους ποιητές. Ακόμη και με τον ΄Όμηρο τα βάζει που δεν αφήνει ήσυχο τον «πολυμήχανο» Οδυσσέα στις θάλασσες, και τελειώνει τη ζωή του σ’ ένα «ρημαγμένο χωριό», στο ποίημα «Οδυσσέως απόλογος». Για τον Φουσκαρίνη είναι αδιανόητο κάτι τέτοιο, παράλογο, και συμφωνεί μάλλον με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο σχετικά με τις «Ιθάκες» και τις νοσταλγίες τους… κι όχι τόσο με τον Καβάφη. Σαρκασμός μέχρι μηδενισμού από τον Ανδραβιδιώτη λόγιο, και μπόλικη φιλοσοφία που φυσιολογικά φέρνει η πείρα και η ωριμότητα. Η ωριμότητα δε χρειάζεται απολογία ούτε αποδείξεις ούτε ντροπές, αναστολές και μισόλογα. Αναζητά στο κάθε τι την ουσία και την ποιότητα.
Οι Ηλείοι για παράδειγμα κουράστηκαν από τις υποσχέσεις και «τα κούφια λόγια τα μεγάλα» των πολιτικών, έτσι προέκυψε από τον Φουσκαρίνη το ποίμα «Ο κουμπάρος»;
« Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας Κολωνακίου»
………………………………
Γνωστή αυτή η φιγούρα του ευκολόπιστου αγρότη που ανεβαίνει στο τραίνο φορτωμένος όλα τα καλά από τον κόπο του για τον δήθεν κουμπάρο και πολιτικό στην Αθήνας. Η Ηλεία και η Αθήνα. Τι αντιπαράθεση! Δυο κόσμοι τόσο διαφορετικοί! Ο πολιτικός τον αγνοεί συστηματικά. Πόσες φορές τη γέλασαν την Ηλεία, της έταξαν και της τάζουν (πριν και μετά τις πυρκαγιές), από την εποχή των παππούδων μου ακόμη, απ΄ όσο θυμάμαι τουλάχιστον.
Αλλά κι αλλού το θέατρο συνεχίζεται, «η παράσταση» καλά κρατεί:
«Την περίμεναν όλοι με αδημονία.
΄Όμως δεν έγινε ποτέ, γιατί η νομάρχις
Μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής»
……………………………………………………
Μάστιγα τηε εποχής οι πολιτικοί με τις φανφάρες τους στις μεγάλες πλατείες και την κενότητα των λόγων τους κατάντησαν μισητοί από το λαό. Στο ποίημα «Τα λόγια του πολιτικού» γράφει ότι όλα αυτά είναι κενά ουσίας και τίποτ’ άλλο. «Τον τελευταίο λόγο» για τον ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη τον έχουν οι ποιητές. Αλοίμονο δηλαδή αν δεν υπήρχαν κι αυτοί! Οι ποιητές «ματώνουν» πρώτα και μετά φτιάχνουν ποίηση. Βιώνουν με πόνο την πραγματικότητα και τη μετατρέπουν σε τέχνη γράφει στο «Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»:
«Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις τεχνικά το ένα πάνω στο άλλο»
…………………………………………………..
Καταφύγιο για τον ποιητή η τέχνη του. Ωστόσο η καθημερινότητα τον απορροφά, χάνει χρόνο και «μοιράζεται στα δύο» για να επιβιώσει όπως οι κοινοί θνητοί. Γράφει στην «Πληρωμή»:
«Τη νύχτα τα όνειρα οργιάζουν
την ημέρα
σκυμμένο το κεφάλι
για τον επιούσιο
……………………
Η μόνη γνήσια πληρωμή
Ο θάνατος…»
΄Έχουμε πράγματι βυθιστεί στη βιοπάλη και δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά. Η παραπλάνηση από τα Μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι μεγάλη καο οδηγεί στην αποπλάνηση. Ο Φουσκαρίνης γράφει χαρακτηριστικά στο «Δείχτε μας κάτι»:
«Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε.
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
…………………….»
Ο άνθρωπος για τον Φουσκαρίνη είναι ένα ζώο με χαλινάρια που ζει συμβατικά και περιορισμένα τη ζωή του ανάμεσα στους πειρασμούς. Γράφει στο «Ταξίδι»:
«Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
και μπήκαμε σε χώρες λωτοφάγων
καράβια δίχως γυρισμό.
Δεν ξέρω πού φτάσαμε
-ή κι αν φτάσαμε δεν έχει σημασία
………………………………….»
Μέσα σ’ όλο αυτό τον κοσμοχαλασμό ένα μετράει για τον ποιητή και το διαπιστώνει με θλίψη και πόνο: η έλλειψη του έρωτα και της αγάπης. Στον «Παυσίλυπο ΄Έρωτα» γράφει:
«Πέρασε τόσος καιρός
Δεν ακούς πια
Τον χαμένο ρυθμό της αγάπης
Που διάβηκε το άδειο λιβάδι τα μεσάνυχτα
Και χάθηκε»
Αλλά αναρωτιέται «πώς μπορεί να στεριώσει» η ζωή «χωρίς τη ζεστασιά του μεσημεριανού αγκαλιάσματος». Ο ποιητής ψάχνει για την Ευρυδίκη του που δεν φαίνεται από πουθενά. Να ‘χει περάσει στον κάτω κόσμο και να την συναντήσει κάποτε εκεί ή όχι;
Ωστόσο η αγάπη είναι το άλας της ζωής, είναι απαραίτητη για όλους, πόσο μάλλον για τους ποιητές!
Απελπισμένα είναι τα σήματα με τους πυρσούς που στέλνει ο Φουσκαρίνης από την Ηλεία και ελάχιστα συγκινήθηκαν οι πολιτικοί, οπότε αναρωτιέται αν οι «Φρυκτωρίες» θα αποδώσουν.
Στο «Φθινοπωρινό» γράφει:
«Το τραγούδι πικρό κι η οδύνη μεγάλη
Το περίσσευμα της καρδιάς μας ελάχιστο
Και ο κόσμος σκορπίζει παντού
Σαν τα φύλλα του πλάτανου
Με τις πρώτες βροχές του φθινόπωρου»
……………………………………………
Ο ποιητής προειδοποιεί απελπισμένα μέσα από την ποιητική συλλογή του. Ανάβει πυρσούς, κάνει σινιάλο, στέλνει S.O.S. σα;ν τα καράβια σε τυφώνα. Μάλλον έχει την εντύπωση ότι το καράβι μας βυθίζεται…
21 Σεπτεμβρίου 2010
(περιοδικό «3η Χιλιετία», τεύχος 46, 2010, σελ. 36-37)
Ο ποιητής Ανδρέας Φουσκαρίνης αυτή τη φορά διάλεξε τον τίτλο Φρυκτωρίες για την ποιητική συλλογή που πρόσφατα εξέδωσε από τις εκδόσεις του Γιώργου Δημητρόπουλου «Βιβλιοπανόραμα», 2010. Οι φρυκτωρίες στην αρχαιότητα ήταν η μετάδοση σημάτων με πυρσούς κατά τη νύχτα σε μακρινές αποστάσεις.
Μα την αλήθεια ωραίος τρόπος για να μεταδίδεις σήματα μακριά, με σιωπηλό τρόπο, κι ο καθένας ας το πάρει όπως θέλει… Κάτι αντίστοιχο έκαναν και οι Ινδιάνοι στους λόφους της Αμερικής κάποτε.
Είναι ένας τρόπος σιωπηλής διαμαρτυρίας η ποίηση του Φουσκαρίνη, διαποτισμένη με έντονη ειρωνεία για τους θεσμούς και οτιδήποτε καλοβολεμένο και ψεύτικο κοινωνικά. Ο Φουσκαρίνης αναφέρεται σε νοικοκυρές βαλτωμένες στη δήθεν τάξη του σπιτιού τους, στους πολιτικούς κυρίως, στις πόρνες που θέλουν ν’ αλλάξουν ζωή, στους αυτοπυρπολούμενους ποιητές. Ακόμη και με τον ΄Όμηρο τα βάζει που δεν αφήνει ήσυχο τον «πολυμήχανο» Οδυσσέα στις θάλασσες, και τελειώνει τη ζωή του σ’ ένα «ρημαγμένο χωριό», στο ποίημα «Οδυσσέως απόλογος». Για τον Φουσκαρίνη είναι αδιανόητο κάτι τέτοιο, παράλογο, και συμφωνεί μάλλον με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο σχετικά με τις «Ιθάκες» και τις νοσταλγίες τους… κι όχι τόσο με τον Καβάφη. Σαρκασμός μέχρι μηδενισμού από τον Ανδραβιδιώτη λόγιο, και μπόλικη φιλοσοφία που φυσιολογικά φέρνει η πείρα και η ωριμότητα. Η ωριμότητα δε χρειάζεται απολογία ούτε αποδείξεις ούτε ντροπές, αναστολές και μισόλογα. Αναζητά στο κάθε τι την ουσία και την ποιότητα.
Οι Ηλείοι για παράδειγμα κουράστηκαν από τις υποσχέσεις και «τα κούφια λόγια τα μεγάλα» των πολιτικών, έτσι προέκυψε από τον Φουσκαρίνη το ποίμα «Ο κουμπάρος»;
« Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας Κολωνακίου»
………………………………
Γνωστή αυτή η φιγούρα του ευκολόπιστου αγρότη που ανεβαίνει στο τραίνο φορτωμένος όλα τα καλά από τον κόπο του για τον δήθεν κουμπάρο και πολιτικό στην Αθήνας. Η Ηλεία και η Αθήνα. Τι αντιπαράθεση! Δυο κόσμοι τόσο διαφορετικοί! Ο πολιτικός τον αγνοεί συστηματικά. Πόσες φορές τη γέλασαν την Ηλεία, της έταξαν και της τάζουν (πριν και μετά τις πυρκαγιές), από την εποχή των παππούδων μου ακόμη, απ΄ όσο θυμάμαι τουλάχιστον.
Αλλά κι αλλού το θέατρο συνεχίζεται, «η παράσταση» καλά κρατεί:
«Την περίμεναν όλοι με αδημονία.
΄Όμως δεν έγινε ποτέ, γιατί η νομάρχις
Μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής»
……………………………………………………
Μάστιγα τηε εποχής οι πολιτικοί με τις φανφάρες τους στις μεγάλες πλατείες και την κενότητα των λόγων τους κατάντησαν μισητοί από το λαό. Στο ποίημα «Τα λόγια του πολιτικού» γράφει ότι όλα αυτά είναι κενά ουσίας και τίποτ’ άλλο. «Τον τελευταίο λόγο» για τον ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη τον έχουν οι ποιητές. Αλοίμονο δηλαδή αν δεν υπήρχαν κι αυτοί! Οι ποιητές «ματώνουν» πρώτα και μετά φτιάχνουν ποίηση. Βιώνουν με πόνο την πραγματικότητα και τη μετατρέπουν σε τέχνη γράφει στο «Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»:
«Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις τεχνικά το ένα πάνω στο άλλο»
…………………………………………………..
Καταφύγιο για τον ποιητή η τέχνη του. Ωστόσο η καθημερινότητα τον απορροφά, χάνει χρόνο και «μοιράζεται στα δύο» για να επιβιώσει όπως οι κοινοί θνητοί. Γράφει στην «Πληρωμή»:
«Τη νύχτα τα όνειρα οργιάζουν
την ημέρα
σκυμμένο το κεφάλι
για τον επιούσιο
……………………
Η μόνη γνήσια πληρωμή
Ο θάνατος…»
΄Έχουμε πράγματι βυθιστεί στη βιοπάλη και δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά. Η παραπλάνηση από τα Μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι μεγάλη καο οδηγεί στην αποπλάνηση. Ο Φουσκαρίνης γράφει χαρακτηριστικά στο «Δείχτε μας κάτι»:
«Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε.
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
…………………….»
Ο άνθρωπος για τον Φουσκαρίνη είναι ένα ζώο με χαλινάρια που ζει συμβατικά και περιορισμένα τη ζωή του ανάμεσα στους πειρασμούς. Γράφει στο «Ταξίδι»:
«Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
και μπήκαμε σε χώρες λωτοφάγων
καράβια δίχως γυρισμό.
Δεν ξέρω πού φτάσαμε
-ή κι αν φτάσαμε δεν έχει σημασία
………………………………….»
Μέσα σ’ όλο αυτό τον κοσμοχαλασμό ένα μετράει για τον ποιητή και το διαπιστώνει με θλίψη και πόνο: η έλλειψη του έρωτα και της αγάπης. Στον «Παυσίλυπο ΄Έρωτα» γράφει:
«Πέρασε τόσος καιρός
Δεν ακούς πια
Τον χαμένο ρυθμό της αγάπης
Που διάβηκε το άδειο λιβάδι τα μεσάνυχτα
Και χάθηκε»
Αλλά αναρωτιέται «πώς μπορεί να στεριώσει» η ζωή «χωρίς τη ζεστασιά του μεσημεριανού αγκαλιάσματος». Ο ποιητής ψάχνει για την Ευρυδίκη του που δεν φαίνεται από πουθενά. Να ‘χει περάσει στον κάτω κόσμο και να την συναντήσει κάποτε εκεί ή όχι;
Ωστόσο η αγάπη είναι το άλας της ζωής, είναι απαραίτητη για όλους, πόσο μάλλον για τους ποιητές!
Απελπισμένα είναι τα σήματα με τους πυρσούς που στέλνει ο Φουσκαρίνης από την Ηλεία και ελάχιστα συγκινήθηκαν οι πολιτικοί, οπότε αναρωτιέται αν οι «Φρυκτωρίες» θα αποδώσουν.
Στο «Φθινοπωρινό» γράφει:
«Το τραγούδι πικρό κι η οδύνη μεγάλη
Το περίσσευμα της καρδιάς μας ελάχιστο
Και ο κόσμος σκορπίζει παντού
Σαν τα φύλλα του πλάτανου
Με τις πρώτες βροχές του φθινόπωρου»
……………………………………………
Ο ποιητής προειδοποιεί απελπισμένα μέσα από την ποιητική συλλογή του. Ανάβει πυρσούς, κάνει σινιάλο, στέλνει S.O.S. σα;ν τα καράβια σε τυφώνα. Μάλλον έχει την εντύπωση ότι το καράβι μας βυθίζεται…
21 Σεπτεμβρίου 2010
(περιοδικό «3η Χιλιετία», τεύχος 46, 2010, σελ. 36-37)
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Ο Α. Αγραπίδης για τις «Φρυκτωρίες»
Με τον τίτλο «Φρυκτωρίες» κυκλοφορεί η νέα ποιητική συλλογή του εκλεκτού συμπολίτη λυκειάρχη φιλόλογου κ. Ανδρέα Κ. Φουσκαρίνη για την οποία εδημοσιεύθησαν λίαν ευμενείς κριτικές. Ο κ. Α. Κ. Φουσκαρίνης έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, δοκιμιογραφίες, μεταφράσεις, διηγήματα, πρωτότυπα ενώ έχει και άλλα προς έκδοση. Αναμφισβήτητα είναι ο κορυφαίος πνευματικός δημιουργός του τόπου και το έργο του έχει τύχει πανελλήνιας αναγνώρισης.
Στο νέο του βιβλίο εκπλήσσει ο άριστος χειρισμός της γλώσσας όπως και οι παράτολμες φράσεις απεικονίζουσες το πρόσωπο της κοινωνίας των τελευταίων 20 χρόνων στην Ελλάδα.
Αξίζει να διαβασθεί απ’ όλους όσοι ζητούν γνώσεις αλλά και από όσους θέλουν ν’ αντικρίσουν ανυπόκριτα την κοινωνική πραγματικότητα την οποία με τόση ποιητική ικανότητα και μεγάλη ειλικρίνεια παρουσιάζει ο ταλαντούχος και τιμιότατος κ. Φουσκαρίνης.
Θερμά συγχαρητήρια και ολόκαρδες ευχές για τη συνέχιση της πνευματικής του προσφοράς.
Α. Δ. Α. Εφημερίδα «Πατρίς» Πύργου, 31 Ιανουαρίου 2011
Στο νέο του βιβλίο εκπλήσσει ο άριστος χειρισμός της γλώσσας όπως και οι παράτολμες φράσεις απεικονίζουσες το πρόσωπο της κοινωνίας των τελευταίων 20 χρόνων στην Ελλάδα.
Αξίζει να διαβασθεί απ’ όλους όσοι ζητούν γνώσεις αλλά και από όσους θέλουν ν’ αντικρίσουν ανυπόκριτα την κοινωνική πραγματικότητα την οποία με τόση ποιητική ικανότητα και μεγάλη ειλικρίνεια παρουσιάζει ο ταλαντούχος και τιμιότατος κ. Φουσκαρίνης.
Θερμά συγχαρητήρια και ολόκαρδες ευχές για τη συνέχιση της πνευματικής του προσφοράς.
Α. Δ. Α. Εφημερίδα «Πατρίς» Πύργου, 31 Ιανουαρίου 2011
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
Ο Ιωσήφ Αργυρίου για τις "Φρυκτωρίες"
Πύργος 30.8.10 Φίλε Ανδρέα
Χαίρετε.
Χθες πήρα τις «Φρυκτωρίες» σου. (΄Έλειπα 1 μήνα στη Κέρκυρα). Είναι μια θαυμάσια συλλογή γνήσιων ποιημάτων ανώτατης πνευματικής στάθμης.
Χτυπάς κάθε υποκρισία (Αρχίζεις με την θρησκευτική! Από Θεού άρξασθαι!...) και κατεστημένο και σάπιο και διεφθαρμένο. Κατουράς τις «ηρωικές» επετείους (Πολυτεχνείο κ.ά. Μου θύμισες το παιδί που κατουράει στο βασιλικό στέμμα- Μ. Πλωρίτης), γιαουρτώνεις τον στρατιωτικό, δαχτυλοδείχνεις τον βίαιο μπάτσο, μιλάς για τα ετοιμόρροπα σχολεία μας (Δίπλα σε «μεγαλοπρεπείς» ναούς!) και την αθλιέστατη παιδεία μας μέση-ανώτερη-ανώτατη, φτύνεις τους πολιτικούς (Βοθροκαθαριστές! Αδιόρθωτες πόρνες – «Η απόφαση» κ.ά.), θρηνείς για την ερημιά και μοναξιά μες στο πλήθος του βρώμικου κόσμου μας (Αυτά θα βρουν μπροστά τους οι νέοι άνθρωποι που θάρθουν στον κόσμο μας, τα «αλιγενή υψίπεδα»! Μέρη σαν την «αλμυρά έρημο» στην Τουρκία, όπου χιλιάδες ΄Ελληνες άφησαν τα κουφάρια τους. Φρονώ πως –έστω στο ασυνείδητό σου- το ποίημα «Η προσάρτηση» είναι κι έντονα αντιπολεμικό.
Στο ποίημα «Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα» ίσως είχες –συνειδητά ή υποσυνείδητα- υπόψη σου και το ποίημα «Η στάχτη» του Γ. Παυλόπουλου (Εκεί βρίσκεται και ο ποιητής!)
Στέλνω και 5 διηγήματά μου. (Από τα 13 που άρχι9σα να γράφω τα τελευταία 2-3 χρόνια. Πιστεύω, πως ξεπερνούν το μέτριο. Θέλω και τη γνώμη σου. Σ’ αφήνω.).
Με φιλία
Ιωσήφ Αργυρίου
Χαίρετε.
Χθες πήρα τις «Φρυκτωρίες» σου. (΄Έλειπα 1 μήνα στη Κέρκυρα). Είναι μια θαυμάσια συλλογή γνήσιων ποιημάτων ανώτατης πνευματικής στάθμης.
Χτυπάς κάθε υποκρισία (Αρχίζεις με την θρησκευτική! Από Θεού άρξασθαι!...) και κατεστημένο και σάπιο και διεφθαρμένο. Κατουράς τις «ηρωικές» επετείους (Πολυτεχνείο κ.ά. Μου θύμισες το παιδί που κατουράει στο βασιλικό στέμμα- Μ. Πλωρίτης), γιαουρτώνεις τον στρατιωτικό, δαχτυλοδείχνεις τον βίαιο μπάτσο, μιλάς για τα ετοιμόρροπα σχολεία μας (Δίπλα σε «μεγαλοπρεπείς» ναούς!) και την αθλιέστατη παιδεία μας μέση-ανώτερη-ανώτατη, φτύνεις τους πολιτικούς (Βοθροκαθαριστές! Αδιόρθωτες πόρνες – «Η απόφαση» κ.ά.), θρηνείς για την ερημιά και μοναξιά μες στο πλήθος του βρώμικου κόσμου μας (Αυτά θα βρουν μπροστά τους οι νέοι άνθρωποι που θάρθουν στον κόσμο μας, τα «αλιγενή υψίπεδα»! Μέρη σαν την «αλμυρά έρημο» στην Τουρκία, όπου χιλιάδες ΄Ελληνες άφησαν τα κουφάρια τους. Φρονώ πως –έστω στο ασυνείδητό σου- το ποίημα «Η προσάρτηση» είναι κι έντονα αντιπολεμικό.
Στο ποίημα «Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα» ίσως είχες –συνειδητά ή υποσυνείδητα- υπόψη σου και το ποίημα «Η στάχτη» του Γ. Παυλόπουλου (Εκεί βρίσκεται και ο ποιητής!)
Στέλνω και 5 διηγήματά μου. (Από τα 13 που άρχι9σα να γράφω τα τελευταία 2-3 χρόνια. Πιστεύω, πως ξεπερνούν το μέτριο. Θέλω και τη γνώμη σου. Σ’ αφήνω.).
Με φιλία
Ιωσήφ Αργυρίου
Σχόλιο για τις Φρυκτωρίες από τον Στάθη Κουτσούνη
Αγαπητέ μου Ανδρέα, σ' ευχαριστώ πολύ για τις Φρυκτωρίες σου.
Πολύ ωραία ποιήματα, ειλικρινά τα χάρηκα,
έχουν ένα σαρκασμό και μια ειρωνεία που με γοήτευσαν πραγματικά.
Να ΄σαι καλά και να γράφεις.
Και με την ευκαιρία, καλή σχολική χρονιά!
Φιλικά,
Στάθης Κουτσούνης
Πολύ ωραία ποιήματα, ειλικρινά τα χάρηκα,
έχουν ένα σαρκασμό και μια ειρωνεία που με γοήτευσαν πραγματικά.
Να ΄σαι καλά και να γράφεις.
Και με την ευκαιρία, καλή σχολική χρονιά!
Φιλικά,
Στάθης Κουτσούνης
Σχόλιο για τις Φρυκτωρίες από το Δημήτρη Κονιδάρη
Αγαπητέ Ανδρέα,
Θερμές ευχαριστίες για τη συλλογή "Φρυκτωρία", που είχες την καλοσύνη να στείλεις για το πνευματικό αρχείο του "Πόρφυρα".
Την διαβάζω, να είσαι καλά.
Ελπίζω ότι λαβαίνεις κανονικά το περιοδικό μας, που στέλνουμε ανελλιπώς.
Την αγάπη μου.
Δημήτρης Κονιδάρης
Θερμές ευχαριστίες για τη συλλογή "Φρυκτωρία", που είχες την καλοσύνη να στείλεις για το πνευματικό αρχείο του "Πόρφυρα".
Την διαβάζω, να είσαι καλά.
Ελπίζω ότι λαβαίνεις κανονικά το περιοδικό μας, που στέλνουμε ανελλιπώς.
Την αγάπη μου.
Δημήτρης Κονιδάρης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)