του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Είπε να σηκώσει το κεφάλι κάποια στιγμή
Να δείξει
Το μέγεθος μιας αγανάκτησης δίκαιης
Στις συνεχείς παρεμβάσεις μιας διοίκησης
Διεφθαρμένης ως μέσα βαθιά.
Ας είναι και για μια στιγμή μόνο, σκέφτηκε.
Κοντοστάθηκε λίγο. Τέτοιες σκέψεις
Ανομολόγητες πάντα κλεισμένες
Στο βυθό μιας θάλασσας δακρύων
Θέλουν πυγμή πραγματική και θέληση
Για να λιώσουν το χιόνι που σκεπάζει τα δέντρα το χειμώνα
Ή τέλος πάντων, τέλος πάντων
Μια απόφαση, μια απόφαση
Να οργανώσεις υποτυπωδώς την άθλια ζωή σου.
Πώς ν’ αντέξει κανείς τη σκληρή καταχνιά και το μαύρο σκοτάδι
Χωρίς να κρατάει σφιχτά ένα χέρι
Πώς να νιώσει τον πόνο της ήττας
Χωρίς να λυγίσει στα δύο;
Ή της διάψευσης;
Μια ελπίδα φωλιάζει στο τώρα
Αχνοφαίνεται
Για μια άλλη στιγμή πιο μεγάλη
Που θάρθει κάποια στιγμή αναπάντεχα
Σαν το ανθοφόρο μεθύσι της ΄Ανοιξης
Με το τέλος του πιο άγριου χειμώνα.
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009
Το παρόν και το μέλλον
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Προδότες παντού τριγυρνούν
Και πλανιέται στον κόσμο η άνομη σκέψη τους
Σαν το πράσινο φύλλο του δέντρου
Που σάπισε στα άθλια βαλτόνερα
Το φθινόπωρο.
Χάνονται οι ελπίδες και σβήνουν τα όνειρα
Σαν τ’ αστέρια το χάραμα
Και το αίμα γεμίζει τα χαντάκια ως πάνω
Σαν το άγριο ποτάμι της Δύσης που φούσκωσε
Όταν λιώσαν τα χιόνια την ΄Ανοιξη.
Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο ο πόλεμος
Στα χρόνια του μύθου και της ιστορίας.
Σήμερα κάθε στιγμή.
Προδότες παντού τριγυρνούν
Και πλανιέται στον κόσμο η άνομη σκέψη τους
Σαν το πράσινο φύλλο του δέντρου
Που σάπισε στα άθλια βαλτόνερα
Το φθινόπωρο.
Χάνονται οι ελπίδες και σβήνουν τα όνειρα
Σαν τ’ αστέρια το χάραμα
Και το αίμα γεμίζει τα χαντάκια ως πάνω
Σαν το άγριο ποτάμι της Δύσης που φούσκωσε
Όταν λιώσαν τα χιόνια την ΄Ανοιξη.
Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο ο πόλεμος
Στα χρόνια του μύθου και της ιστορίας.
Σήμερα κάθε στιγμή.
Ορέστης
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Πώς νάβρει κανείς το κουράγιο να κρατήσει στο χέρι
Το ανελέητο λεπίδι την ώρα του χρέους
Και σαν τον Ορέστη
Ντυμένος σα σε γιορτάσι επιφανούς συγγενή
Να κομματιάσει με μίσος αληθινό
Ό,τι πιο βαθύ και γλυκό στην καρδιά του φωλιάζει;
Πώς αλλιώς να φτιαχτούν τα καινούργια μας λόγια
Αν δε βρούνε τη δύναμη νάμπουν
Στα κορμιά που σκοτώνει η νύχτα;
Πώς τα βόλια θα γίνουν καυτά και το δάκρυ φαρμάκι;
Πρέπει τόσα και τόσα ν’ αλλάξουν
Για να δούμε τη μέρα να σέρνει οργισμένη
Τον άγριο και ανυποχώρητο χορό του θανάτου
Και να σειέται το σύμπαν συθέμελα
Κυοφορώντας το σπόρο της νέας ζωής.
Πώς νάβρει κανείς το κουράγιο να κρατήσει στο χέρι
Το ανελέητο λεπίδι την ώρα του χρέους
Και σαν τον Ορέστη
Ντυμένος σα σε γιορτάσι επιφανούς συγγενή
Να κομματιάσει με μίσος αληθινό
Ό,τι πιο βαθύ και γλυκό στην καρδιά του φωλιάζει;
Πώς αλλιώς να φτιαχτούν τα καινούργια μας λόγια
Αν δε βρούνε τη δύναμη νάμπουν
Στα κορμιά που σκοτώνει η νύχτα;
Πώς τα βόλια θα γίνουν καυτά και το δάκρυ φαρμάκι;
Πρέπει τόσα και τόσα ν’ αλλάξουν
Για να δούμε τη μέρα να σέρνει οργισμένη
Τον άγριο και ανυποχώρητο χορό του θανάτου
Και να σειέται το σύμπαν συθέμελα
Κυοφορώντας το σπόρο της νέας ζωής.
Καθημερινό
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Τούτες οι χοντρές σταλαγματιές που δέρνουν ανελέητα τα τζάμια
Τούτος ο κόμπος του αίματος που πάγωσε στην άκρη της φλέβας
Τούτο το δάκρυ που χάραξε βίαια το μάγουλο της κόρης
Είναι κάποιες στιγμές της ζωής που θα μείνουν για πάντα
Στα κλεισμένα υπόγεια της ανθρώπινης μνήμης
Όπου μέρα νύχτα ο άνθρωπος
Σκάβει μονάχος κι ανοίγει κρυφά μονοπάτια
Για του τέλους την έλευση εν χορδαίς και τυμπάνοις.
Σκληρές οι λέξεις
Ψάχνουν να βρουν το χαμένο ρυθμό τους
Συντρίμμια κι οι στίχοι
Χαράγματα πάνω σε κάτασπρα μάρμαρα
Που τα μαύρισε ανεπανόρθωτα
Το ατέλειωτο στοίβαγμα του καυσαέριου
Στα σοκάκια της άμορφης πόλης.
Τι θα μείνει στο τέλος ποιος ξέρει
Στου αιώνα το αιώνιο κάλπασμα
Στις σκληρές καταιγίδες του μέλλοντος
Στις φρικτές σκευωρίες του χρέους;
Τούτες οι χοντρές σταλαγματιές που δέρνουν ανελέητα τα τζάμια
Τούτος ο κόμπος του αίματος που πάγωσε στην άκρη της φλέβας
Τούτο το δάκρυ που χάραξε βίαια το μάγουλο της κόρης
Είναι κάποιες στιγμές της ζωής που θα μείνουν για πάντα
Στα κλεισμένα υπόγεια της ανθρώπινης μνήμης
Όπου μέρα νύχτα ο άνθρωπος
Σκάβει μονάχος κι ανοίγει κρυφά μονοπάτια
Για του τέλους την έλευση εν χορδαίς και τυμπάνοις.
Σκληρές οι λέξεις
Ψάχνουν να βρουν το χαμένο ρυθμό τους
Συντρίμμια κι οι στίχοι
Χαράγματα πάνω σε κάτασπρα μάρμαρα
Που τα μαύρισε ανεπανόρθωτα
Το ατέλειωτο στοίβαγμα του καυσαέριου
Στα σοκάκια της άμορφης πόλης.
Τι θα μείνει στο τέλος ποιος ξέρει
Στου αιώνα το αιώνιο κάλπασμα
Στις σκληρές καταιγίδες του μέλλοντος
Στις φρικτές σκευωρίες του χρέους;
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009
Απόσπασμα αυτοβιογραφίας
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Γεννήθηκα
Δίχως τη μόνιμη σκέψη του αύριο
Και τους κρωγμούς του αποτρόπαιου ονείρου
Που φέρνει τη φρίκη στης νύχτας το αρχίνημα
Τον τρόμο και τον πόνο
Κι είπα θα ζήσω
Δίχως υστερόβουλες σκέψεις και λάγνες ματιές
Στων εχθρών τα στρατόπεδα.
Νύχτα τη νύχτα περπάτησα
Με τα πόδια γυμνά κι απροστάτευτα.
Το χώμα νωπό και βουλιάζει
Πού να σταθείς;
Η προσπάθεια μεγάλη κι ατελέσφορη.
Μέρα τη μέρα τραγούδησα
Δίχως γέλιο ή χαρά, είναι αλήθεια
Τη στιγμή που ο άνθρωπος μάχεται σαν Διγενής
Με το μαύρο σκοτάδι
Κι είπα, φτάσαμε ως εδώ, δεν σταματάω
Ώσπου νάβρει το σάπιο κορμί λυτρωμό
Και να ρίξει το βλέμμα ψηλά
Δίχως κρίκους στα χέρια και βάρη στους ώμους.
Στο τέλος… πού ξέρεις… μπορεί
Ακόμη κι αυτό το ποίημα
Να βγει αληθινό!
Και να τελειώσει.
Γεννήθηκα
Δίχως τη μόνιμη σκέψη του αύριο
Και τους κρωγμούς του αποτρόπαιου ονείρου
Που φέρνει τη φρίκη στης νύχτας το αρχίνημα
Τον τρόμο και τον πόνο
Κι είπα θα ζήσω
Δίχως υστερόβουλες σκέψεις και λάγνες ματιές
Στων εχθρών τα στρατόπεδα.
Νύχτα τη νύχτα περπάτησα
Με τα πόδια γυμνά κι απροστάτευτα.
Το χώμα νωπό και βουλιάζει
Πού να σταθείς;
Η προσπάθεια μεγάλη κι ατελέσφορη.
Μέρα τη μέρα τραγούδησα
Δίχως γέλιο ή χαρά, είναι αλήθεια
Τη στιγμή που ο άνθρωπος μάχεται σαν Διγενής
Με το μαύρο σκοτάδι
Κι είπα, φτάσαμε ως εδώ, δεν σταματάω
Ώσπου νάβρει το σάπιο κορμί λυτρωμό
Και να ρίξει το βλέμμα ψηλά
Δίχως κρίκους στα χέρια και βάρη στους ώμους.
Στο τέλος… πού ξέρεις… μπορεί
Ακόμη κι αυτό το ποίημα
Να βγει αληθινό!
Και να τελειώσει.
΄Ονειρο
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Ένας κόσμος μικρός και πασίχαρος
Χωρίς ντέρτια καημούς και πικρές ιστορίες
Ανασταίνεται σήμερα.
Ήρθε φαίνεται η ώρα που αιώνιο τραγούδι
Με σουραύλια κιθάρες ταμπούρλα και πίπιζες
Τραγουδάει το ανθρώπινο γένος
Μέρα νύχτα χορός και γιορτή
Και δουλειά για να σπάει η μονότονη η πλήξη
Χορός στο χωράφι τραγούδι στη φάμπρικα
Μουσικές μελωδίες στα γραφεία τα λιόχαρα
Μαντινάδες ωδές και μπαλάντες χαρούμενες
Για του έρωτα τη μεγάλη στιγμή και την πρώτη
Σε απόσκια κοντά σε ρυάκια και θάλασσες
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνεται σήμερα
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνει τη νέα ζωή.
Ήταν το όνειρο που είδα μια νύχτα σκληρή
Χωρίς φως φεγγαριού και με ολόπηχτα σκότη
Που πλακώνουν με βία την ψυχή
Καλημέρα καλοί μου ανθρώποι.
Τα όνειρα είναι ωραίο να τα βλέπεις
Και δεν κοστίζουν τίποτα. Το λάθος
Είναι να επιμένεις να βγουν αληθινά. Τότε
Σου ανοίγουν μια τρύπα στην ψυχή
Που δεν κλείνει ποτέ. Μόνο μεγαλώνει
Και σε σκεπάζει ολόκληρο στο τέλος.
Ένας κόσμος μικρός και πασίχαρος
Χωρίς ντέρτια καημούς και πικρές ιστορίες
Ανασταίνεται σήμερα.
Ήρθε φαίνεται η ώρα που αιώνιο τραγούδι
Με σουραύλια κιθάρες ταμπούρλα και πίπιζες
Τραγουδάει το ανθρώπινο γένος
Μέρα νύχτα χορός και γιορτή
Και δουλειά για να σπάει η μονότονη η πλήξη
Χορός στο χωράφι τραγούδι στη φάμπρικα
Μουσικές μελωδίες στα γραφεία τα λιόχαρα
Μαντινάδες ωδές και μπαλάντες χαρούμενες
Για του έρωτα τη μεγάλη στιγμή και την πρώτη
Σε απόσκια κοντά σε ρυάκια και θάλασσες
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνεται σήμερα
Για τη νίκη του ανθρώπου που φτιάχνει τη νέα ζωή.
Ήταν το όνειρο που είδα μια νύχτα σκληρή
Χωρίς φως φεγγαριού και με ολόπηχτα σκότη
Που πλακώνουν με βία την ψυχή
Καλημέρα καλοί μου ανθρώποι.
Τα όνειρα είναι ωραίο να τα βλέπεις
Και δεν κοστίζουν τίποτα. Το λάθος
Είναι να επιμένεις να βγουν αληθινά. Τότε
Σου ανοίγουν μια τρύπα στην ψυχή
Που δεν κλείνει ποτέ. Μόνο μεγαλώνει
Και σε σκεπάζει ολόκληρο στο τέλος.
Ευτυχία
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Η ευτυχία δεν είναι
Παρά λίγα ξερά φύλλα το φθινόπωρο
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Ένα φως στο σκοτάδι μια μικρή
Αναλαμπή κάποια όαση
Με δυο φοίνικες κι ένα πηγάδι
Για να βρουν τη ζωή στην καρδιά της ερήμου
Οι τραχείς οδοιπόροι του ήλιου
Το πικρό χαμόγελο της ΄Ανοιξης
Το γλυκό κοριτσίστικο βλέμμα που υπόσχεται τόσα
Ένας λόγος γλυκός ένα χάδι μια σκέψη
Και υψώνεσαι πάνω από τ’ αγκάθια
Τις πέτρες τα τείχη το δάκρυ.
Η ευτυχία δεν είναι
Παρά λίγα ξερά φύλλα το φθινόπωρο
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Ένα φως στο σκοτάδι μια μικρή
Αναλαμπή κάποια όαση
Με δυο φοίνικες κι ένα πηγάδι
Για να βρουν τη ζωή στην καρδιά της ερήμου
Οι τραχείς οδοιπόροι του ήλιου
Το πικρό χαμόγελο της ΄Ανοιξης
Το γλυκό κοριτσίστικο βλέμμα που υπόσχεται τόσα
Ένας λόγος γλυκός ένα χάδι μια σκέψη
Και υψώνεσαι πάνω από τ’ αγκάθια
Τις πέτρες τα τείχη το δάκρυ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)